Author Topic: Γαλλοελληνικό γλωσσάρι όρων του Κορνήλιου Καστοριάδη  (Read 18743 times)

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Είναι το γαλλοελληνικό  γλωσσάρι που συντάχθηκε από τον συγγραφέα και τους μεταφραστές του βιβλίου "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας" (εκδόσεις Ράππα, εκδόσεις Ύψιλον). Μέσα στις επόμενες μέρες θα ανεβάσω και ένα τρίγλωσσο γλωσσάρι που είχα συντάξει για τη διπλωματική, λαμβάνοντας υπόψη και την αγγλική μετάφραση. Είναι ενδιαφέρον να δούμε την ικανότητα κάθε γλώσσας να πλάθει νέες λέξεις, καθώς και τις σχέσεις (μορφικά ή περιεχομενικά) μεταξύ των γλωσσών σε επίπεδο νεολογισμών. Προς το παρόν...

αδιακρισία
αίσθημα (ψ.)
αισθηματικός
αισθηματικότητα
αίσθηση (ψ.)
αισθητήριος (ψ.)
αιτίωση (φ., λ.)
αλλοιώνω
αλλοίωση
αλλοιωτικός
αλύσωση
άμεσος (φ.)
αμεσότητα
άμυνα (ψ.)
αμφιθυμία (ψ.)
αναγκαιότητα
ανάγκη
αναγωγή
αναγώγιμος
αναγωγιμότητα
αναδρομή
ανάδρομος
αναδύομαι
ανάδυση
ανάκλαση (φ.)
ανακλαστικός
αναλλοιότητα (αναλλοιωσιμότητα)
αναντίστρεπτος (μη αντιστρεπτός)
αναπληρωματικότητα (ψ.)
αναστολή (ψ.)
ανάστρεψη
ανάσχεση (ψ.)
ανάφορο (γλ.)
ανεπόπτευτος
ανήκειν (μ.)
αντικειμενικότητα
αντικειμενιστικός
αντικειμενοποίηση
αντικειμενότητα
αντίκρισμα
αντιληπτό (ψ.)
αντίληψη (ψ., φ.)
αντιστάθμιση (ψ.)
αντισταθμιστικός (ψ.)
αντίσταση (ψ.)
αντιστρεπτός (μ., φ.)
αντιστρεπτότητα (μ., φ.)
ανυπόθετο (φ.)
αξίζειν/ισχύειν
απαγωγή (λ.)
απαγωγιμότητα
απαράγωγος
απαράέσκεια (ψ.)
απερίσταλτος
απλώς
απόδοση
αποδοτός
αποτομή (ψ.)
απόφανση (λ.)
-καλά σχηματισμένη
απόφαση
αποφασιακός (λ.)
αποφασίσιμος (μ.)
το μη- (μ.)
α-πραγματικότητα
απώθηση (ψ.)
αρχέγονος
αρχή
ασυνείδητο (φ., ψ.)
αύξηση (ο.)
αυταπάτη
αυτισμός (ψ.)
αυτιστικός
Αυτό (ψ.)
αυτοαίσθηση, αυτόληψη (ψ.)
αυτοληπτική αίσθηση (ψ.)
αυτοξένωση
αυτοποίηση
αυτότητα
αυτός
αφ' εαυτού
άχρονος (φ.)
αχρονικός (φ.)
βλέψη
γειτονιά (μ.)
γενετήσιος (ψ.)
γενικότητα (λ., φ.)
γλώσσα (γλ.)
γραφή (γλ.)
γρηγορούσα λογική
δείξη
δεχόμενον
δηλώνω (γλ.)
δήλωση (γλ.)
διαγενικός (φ.)
διαγενικότητα (φ.)
διαγενικευτικός (φ.)
διαδικασία
διάζευγμα (γλ.)
διάζευξη (μ.)
διαιωνίζω
διαιώνιση
διακεκριμένος
διακριτός (μ.)
διακριτότητα (μ.)
διανόηση
διάνοια (φ.)
διάταξη (λ., μ., φ.)
διατεταγμένος (μ.)
δια-χώριση
δια-χωρισμένος
διαυγάζω
διαύγαση
δι' εαυτό
διηνεκής
δυναμικό
δυναμικότητα
εγγενής
Εγώ (ψ.)
εγκλεισμός (μ.)
ειδωλικός (ψ.)
εικόνα
εικόνιση
εικονοθεσία
εκκέντρωση
εκκοινωνισμός (ψ.)
εκλογίκευση (ψ.)
εκλογικεύω (ψ.)
εκπροσώπηση (ν., φ.)
εκπροσωπώ
εκτομή (ψ.)
εκφώνηση (γλ.)
εμμένεια (φ.)
εμμενής
έμμεσος (φ.)
εμμεσότητα (φ.)
εμμονή
εμφάνιση
εναλλαγή
ενδεχομενικότητα
ενδοβάλλω (ψ.)
ενδοβολή (ψ.)
ενδοκοσμικός (φ.)
ενεικόνιση
ενθαδική ύπαρξη
ενικός
έννοια
εννοιοποίηση
ενοργανώνω
ενοργάνωση
ενόρμηση (ψ.)
ενορμητικός (ψ.)
εντέλεια
εντελής
ένωση (μ.)
εξάρνηση (ψ.)
εξατομίκευση
εξατόμιση
εξερωτισμός (ψ.)
εξιδανίκευση (ψ.)
επάγω (λ., φυσ.)
επαγωγή
επένδυση (ψ.)
επισήμανση
επίσχεση
επισχετικός
επιτολή
εποπτεία (φ.)
εποπτειακός
εποπτεύω
επωμίζομαι (ψ.)
επώμιση (ψ.)
εργαλειακός
εργαλειακότητα
έρειση (ψ.)
ετερότητα
ευχή (ψ.)
ηδονή (ψ.)
ημερινός (ψ.)
θέση καταστατική
θεσμίζουσα κοινωνία
θεσμίζω
θέσμιση
θεσμισμένη κοινωνία
θεσμός
θεωρησιακός (φ.)
θεωρίζω (φ.)
θεωρικός (φ.)
θεωρισμός (φ.)
ιδεατός τύπος
ιδεατότητα
ιδιαιτεροποίηση
ιδιαίτερος
ιδιόσωμα (ψ.)
ισαξία/ισοδυναμία
ισοδυναμικός (μ.)
καθ' εαυτό
καθήλωση (ψ.)
καθολικεύσιμος (φ.)
καθολικεύω
καθολικός, καθόλου
καθορίζω
καθορισμός
καθοριστικότητα
κανόνας
κανονικός (μ.)
κατάληψη (φ.)
καταστολή (ψ.)
κατηγόρημα (λ., φ.)
κατηγόρηση
κατηγορούμενο
κατονομάζω
κατονομασία
κατοπτριστικός (φ.)
κλάση (λ.)
κοινωνικοποίηση (κ., ο.)
κόπρανα (ψ.)
κουλτούρα
κώδικας (γλ.)
κωδίκευση
κωδικεύω
κωδικοποίηση
κωδικοποιώ
λέξημα (γλ.)
λιβιδώ (ψ.)
λογοκρισία (ψ.)
λόγος
μάγμα
μαγματικός
μαστόρεμα
μεθεκτικός
μείξη (ψ.)
μεσευμένος (φ.)
μέσευση
μεσεύω
μέσον
μετάθεση (ψ.)*
μετατόπιση (ψ.)
μετουσίωση (ψ.)
μοναδικός (φ.)
μοναδικότητα
μονήρης πυρήνας, φάση (ψ.)
μοντέλο (μ.)
μόρφημα (γλ.)
μωρό (ψ.)
νόημα
νόηση
νοητός
νοητότητα
νομικές τάξεις
νόρμα (φ.)
νορμικός
νορμικότητα
νους
ντετερμινισμός
ξένωση (φ.)
ξενωτικός
ξεπέρασμα (φ.)
ολοποίηση
ομάδα (μ.)
ομιλία
ομοιόρρυση (β.)
ομοιόσταση (β.)
ον (φ.)
οντότητα (φ.)
ορθολογικός (φ.)
ορθολογικότητα
οριοθετώ
ουσία (φ.)
ούτως-είναι (φ.)
παγχρονικός (φ.)
παλινόδευση (μ., λ.)
παλινοδευτικός
παλινοδεύω
παραλήρημα (ψ.)
παραπομπή
παράσταση (φ., ψ.)
παραστασιακή εκπροσώπηση της ενόρμησης
παραστασιακός
παρεκβολή
παριστάνω
παροντοποίηση
παροντοποιώ
παρόρμηση (ψ.)
περιθωριακός
περιθωριοποίηση
περιοχικότητα
περίπτωση (λ., φ.)
περιστέλλω
περιστολή
περιττώματα (ψ.)
περιχαράκωση
πλεοναστικός
πόθος (ψ., φ.)
ποιείν
πολλαπλότητα
πολλότητα
πολυειδές (φ.)
πολυειδία
πραγματικός (φ.)
πραγμοποίηση (φ.)
πράξη
πράττειν
πρόθεση (ψ., φ.)
προθεσιακός
προθεσιακότητα
πρόληψη
προσληπτικότητα (ψ.)
προσοικειώνομαι
προσυνειδητό (ψ.)
πρόταγμα
προτάζω
πρωκτικός (ψ.)
πρωταρχικός (φ., ψ.)
πρτογενής (ψ.)
πρωτοταγής
ρασιοναλισμός
ρασιοναλιστής
ρασιοναλιστικός
ratio
ρητός
ρους
σημάδι
σημαινόμενο (γλ.)
σημαίνον (γλ.)
σημαίνω
σημαντικός
σημαντικότητα (γλ.)
σημασία
σημασιακός
σημασιολογία (γλ.)
σημεία κόμβων (φ.)
σημειακός (γλ.)
σημείο (γλ.)
στέρηση (ψ.)
στιβάδα
στοματικός (ψ.)
στρώμα
συγκυρία (φ.)
ευτυχής -
συμβεβηκός
ουσιώδες-
τυχηματικό-
συμβόλιση
σύμπτωση (φ.)
σύμφυρση
σύμφυση αμοιβαία
συνάγω (λ.)
συναγωγή (λ.)
συναίσθημα (ψ.)
συνακόλουθος
συναλύσωση (μ.)
συνανήκειν (μ.)
συναρμογή (μ.)
συνδηλώνω (γλ.)
συνδήλωση (γλ.)
συνδυνατός
συνεκτατός
συνεκτικός
συνεπάγομαι (λ., μ.)
συνεπαγωγή
συνέχω
συνολίζω (μ.)
συνόλιση
συνολιστικός
σύνολο
συνοχή
σύνταγμα (γλ.)
συνταγματικός (γλ.)
συνταυτίζομαι (ψ.)
συνταυτισμός (ψ.)
συνταυτιστικός
συνυπόστατος
συστατικότητα
σύστοιχο (φ.)
σχάση (ψ.)
σχέδιο
σχήμα
σχίζω
σχίσμα
σχισμός
τάξη (λ., φ.)
ταυτιστικός (φ.)
ταυτό (το, φ.)
ταυτότητα
ταυτοτικός
τελεστής (μ.)
τελεστικός
τελεστικό σχήμα
τελικός
τελικότητα
τετριμμένος (μ.)
τι αντί τινός
τι υπέρ τινός
το τι ην είναι
το τόδε τι
τροπικός
τρόπιση
τρόπος
τύχημα (φ.)
ύπαρξη (φ.)
ενθαδική-
υπεραφθονία
υπερβαίνω (φ.)
υπερβασιακός
υπερβατικός
υπερβατικότητα
υπερδομή
υπερ-Εγώ (ψ.)
υπερπένδυση (ψ.)
υπερκαθορίζω (ψ.)
υποδομή
υποκατάσταση
υποκαταστατικός
υποκατάστατο
υποκαταστατός
υποκαταστότητα
υποκείμενος
υπόρρητος
υπόσταση (φ.)
υποστατικότητα
υπόστρωμα
φαινομενικότητα
φαντασία (φ.)
ριζική-
φαντασιακό
κοινωνικό-
ριζικό-
φαντασιακός
φάντασμα (ψ.)
φαντασματικός
φαντασμένο
φαντάσμευση
φαντασμεύω
φάτις (γλ.)
φενακίζω
φενάκιση
φενακισμένος
φιγούρα
φόρμα
φρούδευση (ψ.)
φρουδεύω (ψ.)
φυσικισμός
φώνημα (γλ.)
χειραγώγηση
χρεία
χωρικός
χωρικότητα
χωρισμός
χωροποίηση
ψευδαίσθηση (ψ.)
ψυχαναγκάζω (ψ.)
ψυχαναγκασμός
ψυχαναγκαστικός
ψυχική αρχή, -εξουσία (ψ.)
indiscrétion
affect
affectif
affectivité
sensation
sensoriel
causation
altérer
altération
altérant
enchaînement
immédiat
immédiateté
défense
ambivalence
nécessité
besoin
réduction
réductible
réductibilité
récurrence
récurrent
émerger
émergence
reflet
reflexif
inaltérabilité
irréversible
vicariance
inhibition
involution
blocage
référent
ininspectable
appartenance
objectivité
objectiviste
objectivation
objectité
contrepartie
perçu, percevable
perception
compensation
compensateur
résistance
réversible
réversibilité
inconditionné
valoir
déduction
déductibilité
indérivable
déplaisir
irréductible
sans phrase
assignation, attribution
assignable
ablation
énoncé
   -bien formé
décision
décisoire
décidable
    indécidabilité
dé-realité
refoulement
originel
origine/principe/instance (ψ.)
inconscient
croissance
illusion
autisme
autistique
le ça
proprioception
sensation proprioceptive
auto-aliénation
idemisation
ipséité, mêmeté
idem
par soi
atemporel
intemporel
visée
voisinage
génital
généralité
langage
graphie
logique vigile
monstration
réceptacle
dénoter
dénotation
générique
généricité
généricisant
procès, processus
alternative
disjonction
perpétuer
perpétuation
distinct
discret
discrétion
intellect
entendement
ordre
ordonné
espacement
espacé
élucider
élucidation
pour soi
perpétuel
potentiel
potentialité
intrinsèque
moi
inclusion
spéculaire
image, figure
figuration
mise en image
excentration
socialisation
rationalisation
rationaliser
représentation
représenter
castration
phonie
immanence
immanent
médiat
médiateté
rémanence
apparition
alternance
contingence
introjecter
introjection
intramondain
mise en image
être-la
unique
concept
conceptualisation
instrumenter
instrumentation
pulsion
pulsionnel
complétude
complet
réunion
dénégation
individualisation
individuation
érotisation
idéalisation
induire
induction
investissement
repérage
retention
retentionnel
émergence
intuition
intuitif
intuitionner
assumer
assomption
instrumental
instrumentalité
étayage
altérité
souhait
plaisir
diurne
statut (status)
société instituante
instituer
institution
société instituée
institution
contemplatif
spéculer
spéculatif
spéculation
type idéal
idealité
particularisation
particulier
corps propre
équivalence
équipotent
en soi
fixation
universalisable
universaliser
universel
déterminer
détermination
déterminité
règle
canonique
apperception
répression
prédicat
catégorisation
attribut
designer
désignation
spéculatif
classe
socialisation
excréments
culture
code
codage
coder
codification
codifier
lexème
libido
censure
logos, discours
magma
magmatique
bricolage
participable
intrication
médiatisé
médiation
médiatiser
medium
transfert
déplacement
sublimation
singulier
singularité
noyau, phase monadique
modèle
morphème
infans
sens
intellection
intelligible
intelligibilité
états
norme
normatif
normativité
raison
déterminisme
aliénation
aliénant
dépassement
totalisation
groupe
parole
homéorhésie
homéostasie
étant, entité, être
étance
rationnel
rationalité
délimiter
essence
être-ainsi
omnitemporel
itération, réitération
itératif
itérer
délire
renvoi
représentation
délégation de la pulsion par représentation
représentatif
extrapolation
représenter
présentification
présentifier
impulsion
marginal
marginalisation
régionalité
instance
réduire
réduction
faeces
quadrillage
redondant
désir
faire
multiplicité
pluralité
divers
diversité
effectif, réel
réification
praxis
faire
intention
intentionnel
intentionnalité
anticipation
réceptivité
récupérer
préconscient
projet
projeter
anal
originaire
primaire
primordial
rationalisme
rationaliste
rationaliste
raison
explicite
flux
repère
signifié
signifiant
signifier
pertinent
signifiance
signification
significatif
sémantique
points nodaux
signitif
signe
privation
strate
oral
couche
hasard
   -heureux
comitant
   -essentiel
   -accidentiel
symbolisation
accident
conflation
inhérence reciproque
inférer
inférence
sentiment
concomitant
concaténation
co-appartenance
congruence
connoter
connotation
compossible
coextensible
cohérent
impliquer
implication
tenir ensemble
ensembliser
ensemblisation
ensembliste
ensemble
cohérence
syntagme
syntagmatique
s' identifier
identification
identificatoire
consubstantiel
concrétion
corrélat
clivage
plan
schème, schéma
scinder
scission
déhiscence
ordre
identitaire
identique, même
identité
identique
opérateur
opératoire
schème opérateur
final
finalité
trivial
quid pro quo
quid pro quo
quiddité
eccéité
modal, tropique
modalisation
mode, trope
accident
existence
   être-là
rédondance
transcender
transcedantal
transcendant
transcendance
superstructure
surmoi
surinvestissement
surdéterminer
infrastructure
substitution
substitutif
substitui
substituable
substituablilité
sous-jacent
implicite
substance
substantialité
substrat
apparence
imagination
   radicale
imaginaire
   social
   radical
imaginaire
phantasme
phantasmatique
imaginé
phantasmatisation
phantasmer
langue
mystifier
mystification
mystifié
figure
forme
frustration
frustrer
physicalisme
phonème
manipulation
besoin/usage
spatial
spatialité
séparation
spatialisation
hallucination
obséder
obsession
obsessionnel
instance physique

Το κύριο πεδίο μιας σημασίας δηλώθηκε, όπου κρίθηκε αναγκαίο, με τις συνηθισμένες συντμήσεις, β=βιολογία, φ=φιλοσοφία κ.ο.κ. (Κορνήλιος Καστοριάδης, 1976).

p.s. Ρίξτε μια ματιά και στα accents, γιατί μπορεί να μου είχε φύγει και κανένα τότε (πληκτρολογημένο είναι όλο, όχι σκαναρισμένο). ;)
Επίσης, έκανα copy/paste το csv (ισχύει αυτό που είχε πει ο Σπύρος σε άλλο μήνυμα ότι δεν χρειάζεται κώδικα, αλλά απλή επικόλληση από Excel; -μάλλον πρέπει να το δοκιμάσω).
« Last Edit: 19 Feb, 2015, 16:12:03 by spiros »


elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3188
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
Yπέροχο.

Το ματάκι σταμάτησε εδώ.



"μετάθεση (ψ.)*","transfert"

Μετά είδαμε και τον αστερίσκο, αλλά μόνο στη λεξούλα. Στην ψυχανάλυση "transfer"="μεταβίβαση"/"παραχώρηση"*. Δεν ξέρω αν μιλάει για μετάθεση ευθυνών, θα το δω αύριο, αλλά βλέπω "ψ" στο πεδίο.

(Το περίφημο transferance, en anglais.)

1. Στην ψυχανάλυση, μηχανισμός με τον οποίο ένα άτομο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αναφέρει στον ψυχανάλυτη αισθήματα αγάπης ή εχθρότητας που συναισθανόταν, πρωτογενώς, κυρίως στην παιδική ηλικία, για τους γονείς ή τους συγγενείς του. Αυτή η αναφορά προσδιορίζει τη συμμετοχή της συνείδησης στις συγκρούσεις που έχουν οδηγήσει στη νεύρωση.
2. Κατ'επέκταση, η αναφορά των πραγματικών συγκινήσεων, αισθημάτων ή προθέσεων για ένα αγαπητό ή μισητό πρόσωπο.

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ελλην&
« Reply #2 on: 03 Dec, 2006, 03:07:16 »
Και από το τετράγλωσσο λεξικό της ψυχανάλυσης (ελληνικά-αγγλικά-γαλλικά-γερμανικά) του Λευτέρη Οικονόμου και του Γιώργου Βαμβαλή (εκδόσεις Επίκουρος):

Transference
Μεταβίβαση - Übertragung - Transfert

Βασικός όρος της ψυχανάλυσης, για τον χαρακτηρισμό ενός "παράξενου", κατά τον Φρόυντ, φαινομένου, που παρατηρείται στην ψυχαναλυτική θεραπεία και ειδικά στη σχέση μεταξύ ασθενούς και αναλυτή. Σε αυτή την δυαδική σχέση ο ασθενής μεταβιβάζει στο πρόσωπο του αναλυτή τρυφερά, συχνά ανάμεικτα με εχθρότητα συναισθήματα, που δεν δικαιολογούνται από την πραγματική σχέση προς τον αναλυτή, αλλά πηγάζουν από άλλες σχέσεις του παρελθόντος, από άλυτες συγκρούσεις με τους γονείς ή από ασυνείδητες επιθυμίες και τώρα τους δίδεται η ευκαιρία να αναζωογονηθούν σε μια νέα σχέση και να απευθυνθούν σε ένα νέο πρόσωπο (σελ. 210).

:))

« Last Edit: 03 Dec, 2006, 03:08:58 by zephyrous »


zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ελλην&
« Reply #3 on: 03 Dec, 2006, 03:35:13 »
Είδες τι συμβαίνει άμα ξεχνάς τις υποσημειώσεις; Tις είχα σε άλλο αρχείο. :)

Παρά την ήδη υπάρχουσα απόδοση της Übertragung (transfert) με τη λέξη μεταβίβαση, ο όρος μετάθεση είναι πολύ προτιμότερος, πρώτα γιατί αναφέρεται πιο καθαρά στο αποτέλεσμα και όχι στην ενέργεια και ύστερα γιατί δεν παραπέμπει έμμεσα -όπως η μεταβίβαση- σε μια συμμετοχή ή αποδοχή του τρίτου προσώπου προς το οποίο γίνεται η μετάθεση.

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3188
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.
Είδες τι συμβαίνει άμα ξεχνάς τις υποσημειώσεις; Tις είχα σε άλλο αρχείο. :)

Για αυτό είναι οι φίλοι (και τι φίλοι).

Παρά την ήδη υπάρχουσα απόδοση της Übertragung (transfert) με τη λέξη μεταβίβαση, ο όρος μετάθεση είναι πολύ προτιμότερος, πρώτα γιατί αναφέρεται πιο καθαρά στο αποτέλεσμα και όχι στην ενέργεια και ύστερα γιατί δεν παραπέμπει έμμεσα -όπως η μεταβίβαση- σε μια συμμετοχή ή αποδοχή του τρίτου προσώπου προς το οποίο γίνεται η μετάθεση.

Διαφωνώ και βλέπω από κάτω και αυτό:
"μετατόπιση (ψ.)","déplacement" και προβληματίζομαι.

Έχουμε και λέμε:

μετάθεση η [metáθesi] O33 : 1. μετακίνηση από μια θέση σε άλλη, κυρίως μτφ.: ~ του προβλήματος, από χρονική ή άλλη άποψη. ~ ευθυνών, σε άλλο πρόσωπο. 2. μετακίνηση υπαλλήλου από μια οργανική θέση της υπηρεσίας του σε άλλη: ~ υπαλλήλου. Aίτηση για ~. Δυσμενής / αμοιβαία ~. || ~ στρατιώτη, μετακίνησή του σε άλλη μονάδα. 3. (γραμμ.) αλλαγή θέσης φθόγγων μέσα σε μια λέξη: ~ φθόγγων: H λέξη ’φαλάκρα“ με ~ φθόγγων γίνεται ’καράφλα“. 4α. αναβολή για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ της ημερομηνίας της συνάντησης υπουργών. β. μετακίνηση γιορτής ή αργίας σε άλλη ημερομηνία: ~ της γιορτής του Aγίου Γεωργίου. [λόγ. < αρχ. μετάθε(σις) -ση `αλλαγή θέσης΄, ελνστ. σημ.: `αλλαγή της θέσης των γραμμάτων΄ (2: σημδ. γερμ. Versetzung ή γαλλ. déplacement)]

μεταβίβαση η [metavívasi] O33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταβιβάζω: H ~ της σκέψης είναι από τα πιο γνωστά τηλεπαθητικά φαινόμενα. ~ δικαιωμάτων / αρμοδιοτήτων / της κυριότητας ενός αγαθού. Έγινε ομαλά η ~ της εξουσίας στη νέα κυβέρνηση. [λόγ. μεταβιβα- (μετα βιβά ζω) -σις > -ση μτφρδ. γαλλ. transmission & αγγλ. transfer, transference]


μετατόπιση η [metatópisi] O33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετατοπίζω· μετακίνηση: Tο πλοίο βυθίστηκε λόγω μετατοπίσεως του φορτίου του. ~ ενός οργάνου του σώματος / εξαρτήματος μιας μηχανής. ~ σπονδύλου. || (γεωλ.) ~ των ηπείρων. [λόγ. μετατοπι- (μετατοπίζω) -σις > -ση]

Αυτά από τον Τριανταφυλλίδη, believe it or not (για την αναφορά σε αγγλ./γαλλ. λέω). O ορισμός του τετράγλωσσου λίγο περιοριστικός, όπως και του "Γαλλοελληνικού ερμηνευτικού λεξικού ιατρικών όρων" (Μanuila, Manuila, Lewalle, Nicoulin, από τις εκδ. Παρισιάνου που παρέθεσα εγώ) αλλά έχω και άλλα προβληματάκια με το "μετάθεση".
Ένα-ένα, όμως.

Για το θέμα του ορισμού, υπάρχουν διάφορα, μια και γίνεται αναφορά και σε counter-transference, προτιμώ τον παρακάτω:

Interview behaviour is particularly informative in this kind of psychotherapy* because the patient develops an intense relationship with the therapist. One result is that in some ways the patient's feelings and behaviour towards the therapist are similar to the feelings and behaviour he previously had towards other people with whom he had a close relationship (usually his parents. It is because feelings are transferred in this way that the intense relationship with the therapist is called transference. When the therapist is regarded by the patient s good and helpful, there is said to be positive transference. (Corresponding changes in the therapist's feelings toward the patient are referred to as counter-transference.) When the therapist suggests that the transference and the patient's consequent behaviour throw light on te patient's other behaviour, he is said to be making a transference interpretation. Although the transference can have useful consequences, it can also make it more difficult to reduce the intensity of the relationship and to end the treatment without leaving the patient in a dependent state. To achieve a satisfactory termination it is important from the earliest sessions to discuss the potential problems of ending treatment.

p. 165, Conc. Oxf. Textbook of Psychiatry (Gelder, Gath, Mayou), Oxford University Press

Oύτε χωροχρονικός προσδιορισμός υπάρχει και σαφώς υπάρχει συμμετοχή -up to a point- για συναισθήματα πρόκειται.

*Aναφορά σε Brief Psychodynamic Therapy

Τα προβληματάκια μου συνοπτικά (κι ας διαφωνήσουμε):

Πρώτο και κύριο. ΔΕΝ είναι δόκιμο:

Μεταβίβαση - Αντιμεταβίβαση / Θ. Βεργόπουλος
http://www.psychoanalysis.org.gr/new_pubblication_en.html

Για το "Αντιμεταβίβαση":
http://www.google.co.uk/search?hl=en&rls=GEUA%2CGEUA%3A2005-51%2CGEUA%3Aen&q=%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B7&meta=

Δεύτερο και κύριο. To "μετάθεση" χρησιμοποιείται (ορθά, νομίζω) για το displacement, το "μετατόπιση" δεν -νομίζω- ότι είναι δόκιμο, αλλά θα μου έκανε εντύπωση αν ήταν. "Μετακίνηση συναισθημάτων";

Παραδειγματάκι μεταξύ πεδίων (ψυχολ.-γλωσσολ.):

Η μετάθεση (displacement) δηλώνει ότι η γλώσσα μας επιτρέπει να μεταφερόμαστε σε αντικείμενα και γεγονότα που δεν είναι παρόντα. Τα αντικείμενα και τα γεγονότα μπορεί να βρίσκονται σε άλλο χώρο ή στο παρελθόν και το μέλλον.
http://amphitheatro.protianet.com/erg_glwssa1.doc

Και από πιο δικά μας μια και είναι.. ένα κι ένα, το παρακάτω:

Oι κυριότεροι αμυντικοί μηχανισμοί του Εγώ συναποτελούνται από την απώθηση, τη μετάθεση, την εκλογίκευση, τη διαμόρφωση ανάστροφης αντίδρασης, την παλινδρόμηση, την εξιδανίκευση και την άρνηση.
[...]
Η μετάθεση (Displacement) αποτελεί την αλλαγή κατεύθυνσης της έκφρασης μιας ενστικτώδους αντίδρασης από ένα απειλητικό σε ένα λιγότερο απειλητικό στόχο, αθρώπινο ή υλικό.108
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του παιδιού που το μαλώνουν οι γονείς του και αντί να κατευθύνει την επιθετικότητα ή το θυμό του προς εκείνους ξεσπά στο μικρότερο αδερφάκι του, στο κατοικίδιο του, στα παιχνίδια του. Σε αυτή την περίπτωση ο πραγματικός στόχος του θυμού του αντικαταστάθηκε από ένα έτερο, λιγότερο απειλητικό. Υποπερίπτωση μετάθεσης συνιστά και η εκδήλωση υπερβολικού θυμού ως απάντηση σε ασήμαντα ερεθίσματα στην καθημερινότητα (λ.χ. αργοπορία λεωφορείου) ή το να στρέφεται κανείς εναντίον του εαυτού του αναπτύσσοντας υποτιμητικά, απαισιόδοξα συναισθήματα (καταθλιπτική συμπεριφορά).


(Σελ. 39)
Σύγχρονες Ψυχολογικές Θεωρίες της Εγκληματικότητας, Αγγελ. Κουκουτίμπα
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ∆ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

http://www.law.uoa.gr/crime-research/Diplomarbeitkoukoutiba.pdf

Πριν μου πετάξεις τον Φροΰντ, να πω ότι είναι λίγο διαφορετικός ο ορισμός για το displacement, αλλά εξίσου κατάλληλο το "μετάθεση":

Freudian term for the replacement of one psychic figure with a tangentially related image: for example, a dream about seeking to get a novel published by Penguin Books resulting in a dream about penguins(!) Jacques Lacan likens metonymy in language and literature to displacement.

ενώ στην ψυχιατρική:

a defense mechanism that transfers affect or reaction from the original object to some more acceptable one


Επίσης, για φετιχισμό:
Link between Marx and Freud regarding fetish:  not seeing or repressing that which produces fetish, so that 1.dominant economic class can continue to exert control (Marx); 2.dyadic relationship between child and mother can continue unbroken; 3. like interpellation, so that ideology or that which produces ideology through ISA can continue to produce ideology without the subject becoming aware of it; that is, manufacturing of consent—hegemony (Gramsci)
Conflict between holding on too tightly to attachment to (m)other, to dyadic relationship<>refusal to accept castration (especially that of (m)other), refusal to accept incest taboo (Law of Father), refusal of threat of castration either for self or mother. Refusal to accept that mother lacks the object of desire/phallus/status of authority; refusal to accept mother as denied to child because of father’s intervention.
Father’s intervention serves to 1.break dyad (like weaning—that which engenders separation between child and mother); 2.impose threat of disintegration/mutilation~castration.
Refusal of child to end dyad: 1.to acknowledge threat of castration to self or mother; 2.to accept incest prohibition; 3.to repress desire


So, displacement of object of desire (mother, mother-as-object-of-desire or mother’s object of desire (phallus) on to fetish objects. I.e. refusal that father has phallus; refusal that mother is phallus for father, that mother can be phallus; displacement of phallus from mother to metonymy of mother, fetish object: a substitute object.

http://www.msu.edu/~harrow/ucad

και για Lacan:

"In his first great work The Interpretation of Dreams […], Freud studied the ‘mechanisms’ and ‘laws’ of dreams, reducing their variants to two: displacement and condensation. Lacan recognized these as two essential figures of speech, called in linguistics [respectively] metonymy and metaphor. Hence slips, failures, jokes and symptoms, like the elements of dreams themselves, become signifiers, inscribed in the chain of an unconscious discourse, doubling silently, i.e. deafeningly, in the misrecognition of ‘repression’, the chain of the human subject’s verbal discourse. […] Hence the most important acquisitions of de Saussure and of the linguistics that descends from him began to play a justified part in the understanding of the process of the unconscious as well as that of the verbal discourse of the subject and of their inter-relationship, i.e. of their identical relation and non-relation in other words, of their reduplication and dislocation (décalage)."


 Althusser, ‘Freud and Lacan’ in Lenin and Philosophy and other essays, trans. Ben Brewster (London: New Left Books, 1971),
(pp. 191 – 192).


Αυτά 4 νάου (μη βρίσεις για το σεντόνι) και περισσότερο γενικώς παρά για τον Καστοριάδη. Aν ξέρεις σε ποιο σημείο εμφανίζονται οι συγκεκριμένοι όροι, ρίξε και κανένα αποσπαματάκι.

(Παράθεμα το παράθεμα, να μην κάνω μόνο εγώ σεντόνια) Τηλέφωνο (για να με βρίσεις) από βδομάδα. (btw: To "εκτομή"<>castration;!Να ήταν "κατάργηση" τουλάχιστον...)
:))

banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 134
  • Gender: Male
Πιστεύω ότι συζητήσεις για συγκεκριμένους όρους θα μπορούσαν (και θα άξιζε) να ανοίξουν σε ξεχωριστά νήματα. Υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα και συζητήσιμα θέματα εδώ. Μια απορία, πρώτα απ' όλα: δεν θα έπρεπε να ορίζεται σαν γαλλοελληνικό το γλωσσάρι;


zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Re: Ελλην&
« Reply #6 on: 03 Dec, 2006, 15:00:50 »
Νίκο, εύλογη η απορία σου. Ο Καστοριάδης το λέει γαλλοελληνικό, αφού φυσικά το πρωτότυπο είναι γαλλικό. Εγώ το έκανα "ελληνογαλλικό" εδώ αποκλειστικά για λειτουργικούς λόγους (κατεύθυνση). Πάντως, δεν υπάρχει λόγος να μη γίνει γαλλοελληνικό.
Προς Πετ: Σε άλλο νήμα το transfert. ;)
« Last Edit: 03 Dec, 2006, 15:02:59 by zephyrous »

banned8

  • Jr. Member
  • **
  • Posts: 134
  • Gender: Male
Πάντως, δεν υπάρχει λόγος να μη γίνει γαλλοελληνικό.

Έχει μεγάλη σημασία η σωστή κατεύθυνση. Αλλιώς θα συζητούσαμε κατά πόσο είναι σωστοί οι γαλλικοί όροι.

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 61524
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Ναι, έχει δίκιο ο Νίκος.

zephyrous

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3698
  • Gender: Male
Μη με βαράτε μαζί! Είναι πρωί. :))

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 61524
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • 116102296922009513407
    • papaprodromou
    • ThePoetsILoved
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μια γνώμη είπαμε. Και για εμάς πρωί είναι.:-)

elena petelos

  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 3188
  • Gender: Female
  • Qui ne dit mot consent.

Μη με βαράτε μαζί! Είναι πρωί. :))
Ναι. Στη Νέα Υόρκη.

Προς Πετ: Σε άλλο νήμα το transfert. ;)

Ωραία τα λέει ο Νίκος, πήγαινε το βόλτα + μεταφέρουμε συζήτηση εκεί. Ή μήπως μετατοπίζουμε;
(Λες να μετακινούμε; Μπουυυυυυ! Επιστροφή το μεταμεσονύχτιο!)

Μουτς!