out of stock -> εξαντλημένο, έχει εξαντληθεί, είναι εξαντλημένο, χωρίς απόθεμα, εξαντλημένος, μη υπάρχων σε απόθεμα, μη υπάρχων στην αποθήκη, χωρίς απόθεμα, εξαντλημένα αποθέματα, (εσφ.) εκτός αποθέματος

spiros · 5 · 2616

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71010
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Σπύρο, η μόνη φράση που παίζει με τη λέξη απόθεμα είναι «χωρίς απόθεμα» ή «εξαντλημένα αποθέματα».

Το «εκτός αποθέματος», παρά την ευρεία διάδοσή του, πολύ φοβάμαι ότι είναι αγγλισμός της συμφοράς και περίπου εκτός θέματος. :-)

Καθότι το «εκτός» με γενική σημαίνει «έξω από» ή «επιπλέον» ή δηλώνει εξαίρεση, όπως λέει και ο καλύτερός μας φίλος, το ΛΚΝ:

εκτός [ektós] επίρρ. : δηλώνει ποικίλες επιρρηματικές σχέσεις. I. δηλώνει τόπο· έξω, μακριά. ANT εντός: Έμεινε ~, δε συμπεριλήφθηκε μέσα σε ένα σύνολο, έμεινε απέξω. Πάντα τον θεωρούσαν ~, όχι στον κύκλο των δικών τους, όχι δικό τους άνθρωπο. || (γεωμ.) γωνίες εντός, ~ και επί τα αυτά. ΦP εντός, ~ και επί τα αυτά, απάντηση με την οποία ο ομιλητής δηλώνει με έμφαση ότι έμεινε στο σπίτι του, ότι δεν πήγε πουθενά. II. συνήθ. σε θέση πρόθεσης: 1. με γενική συχνά σε εκφράσεις και σε ΦP ~  θέματος / σειράς / μάχης / νόμου / πεδίου βολής. Eίναι ~ γραφείου, απουσιάζει. ~ υπηρεσίας. ~ κινδύνου, δεν κινδυνεύει. ~  κυκλοφορίας, δεν κυκλοφορεί. ~ Eλλάδος, στο εξωτερικό. ~ εποχής, έξω, ανεξάρτητα από την εποχή. ~ / έξω του νυμφώνος*. ~ έδρας*. ~ τόπου* και χρόνου. ~ πραγματικότητας*. ~ εαυτού*. ~ των τειχών*. ~ εμπορίου*. || δηλώνει εξαίρεση: Kάθε μέρα ~ Σαββάτου και Kυριακής. (έκφρ.) ~ απροόπτου*. 2. με την πρόθεση από και αιτιατική δηλώνει εξαίρεση: ~ από αυτά, έχεις να δηλώσεις τίποτε άλλο;, αν εξαιρέσουμε αυτά. ~ από ένα κτηματάκι δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία. ~ από (το) Σάββατο και (την) Kυριακή. Όλοι ~ από σένα. Έχετε άλλο ποτό ~ από μαρτίνι; Όλα τα διάβασε ~ από αυτό. || με πρόταση: ~ (και / κι) εάν / αν: Δεν πηγαίνω ~κι αν έρθεις κι εσύ. ~ κι αν δε θέλετε. || σε εκφράσεις με τη σημασία επιπλέον, εκτός από αυτό: ~ τούτου. ~ αυτού. ~ των άλλων*. 3. δηλώνει προσθήκη: ~ από σένα και άλλοι πέντε,  συνολικά έξι. || με πρόταση: ~ που ή ~ του ότι: ~ που είναι αμελής, κατηγορεί και τους άλλους. ~ του ότι είναι έξυπνος, είναι και επιμελής. ~ του ότι ο ίδιος φταίει, έχει επιπλέον το θράσος να κατηγορεί άλλους. III. σε ονοματική χρήση. α. (ως ουσ.) οι εκτός, οι εξωτερικοί. β. (ως επίθ.): H ~ περιοχή, εξωτερική.  [λόγ. < αρχ. ἐκτός]
« Last Edit: 06 Mar, 2010, 15:05:31 by wings »







 

Search Tools