process -> διεργασία, πορεία, εξέλιξη, σειρά ενεργειών, λειτουργία, διαδικασία, διεξαγωγή, ανέλιξη, πρόοδος, διεργασία, μεταβολή, μετάβαση, τρόπος, μέθοδος, σύστημα, επεξεργασία, κατεργασία, αγωγή, πορεία αγωγής, διεξαγωγή δίκης, απόφυση, εξόγκωμα, αποφυάς, εξάρτημα, μέθοδος εκτύπωσης, επεξεργάζομαι, υποβάλλω σε επεξεργασία, παρασκευάζω, επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι, ερευνώ, ελέγχω, υποβάλλω σε κατεργασία, κατασκευάζω, εμφανίζω και τυπώνω, διαχειρίζομαι, διαχειρίζομαι συναισθηματικά, αποδέχομαι, το χωνεύω, το παίρνω απόφαση, ενάγω, προσάγω, μηνύω, διώκω, ανακρίνω, παρελαύνω

valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
process -> διεργασία

Κωδικός πηγής: S 1
Γενικοί και ειδικοί όροι του τομέα της Ορολογίας


valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
process (ουσ.) -> διεργασία (σε πολλά θεματικά πεδία, τουλάχιστον σε όσα ξέρω, γιατί η έννοια «διεργασία» είναι διαθεματική)

process (ρήμα) -> επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι (όταν πρόκειται π.χ. για δεδομένα ισχύει το πρώτο: επεξεργάζομαι δεδομένα, ενώ όταν πρόκειται π.χ. για υλικά ισχύει το δεύτερο: κατεργάζομαι ένα υλικό)

processing (ρηματικό ουσιαστικό, γερούνδιο) -> επεξεργασία, κατεργασία (φυσικά, πάλι όταν πρόκειται π.χ. για δεδομένα ισχύει το πρώτο: επεξεργασία δεδομένων, ενώ όταν πρόκειται π.χ. για υλικά ισχύει το δεύτερο: κατεργασία ένός υλικού)

process parameter -> παράμετρος διεργασίας, διεργασιακή παράμετρος

processing parameter -> παράμετρος επεξεργασίας / επεξεργασιακή παράμετρος, παράμετρος κατεργασίας / κατεργασιακή παράμετρος (ανάλογα όπως παραπάνω)

Τώρα από την απόδοση των διλέκτων με γενική (παράμετρος διεργασίας) ή με επιθετικό προσδιορισμό (διεργασιακή παράμετρος), από ορολογική άποψη θεωρώ καταλληλότερο το δεύτερο.
...



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 814140
    • Gender:Male
  • point d’amour
διεργασία, πορεία, εξέλιξη, σειρά ενεργειών, λειτουργία, διαδικασία, διεξαγωγή, ανέλιξη, πρόοδος, διεργασία, μεταβολή, μετάβαση, τρόπος, μέθοδος, σύστημα, επεξεργασία, κατεργασία, αγωγή, πορεία αγωγής, διεξαγωγή δίκης, απόφυση, εξόγκωμα, αποφυάς, εξάρτημα, μέθοδος εκτύπωσης

επεξεργάζομαι, υποβάλλω σε επεξεργασία, παρασκευάζω, επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι, ερευνώ, ελέγχω, υποβάλλω σε κατεργασία, κατασκευάζω, εμφανίζω και τυπώνω, διαχειρίζομαι, διαχειρίζομαι συναισθηματικά, αποδέχομαι, το χωνεύω, το παίρνω απόφαση, ενάγω, προσάγω, μηνύω, διώκω, ανακρίνω, παρελαύνω, βαδίζω σε πομπή

he needs time to process it -> χρειάζεται χρόνο για να το χωνέψει/αποδεχτεί
process the crime scene -> ερευνώ/ελέγχω τον χώρο του εγκλήματος
« Last Edit: 21 Jul, 2018, 11:26:47 by spiros »


 

Search Tools