flash mob -> αστραπιαία κινητοποίηση, αστραπιαία κινητοποίηση πλήθους, αιφνίδιος όχλος

iogo · 10 · 2666

iogo

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 46470
    • Gender:Male
  • ignoramus et ignorabimus
flash mob -> αιφνίδιος όχλος


A flash mob (or flashmob) is a large group of people who assemble suddenly in a public place, perform a conspicuous act for a brief time, then quickly disperse. The term flash mob is generally applied only to gatherings organized via telecommunications, social media, or viral emails. The term is generally not applied to events organized by public relations firms, protests, and publicity stunts.

https://en.wikipedia.org/wiki/Flash_mob










Η Wiki λέει ότι μάλλον δεν πρέπει να θεωρούνται φαινόμενα flash mob τα γεγονότα που έχουν διαφημιστικό χαρακτήρα:





« Last Edit: 03 Mar, 2019, 12:32:09 by spiros »
"Io non odio persona al mondo, ma vi sono cert'uomini ch'io ho bisogno di vedere soltanto da lontano".
Ugo Foscolo - "Ultime lettere di Jacopo Ortis"





dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2015
Νομίζω ότι ο όχλος είναι προβληματικός. Έχει ειπωθεί αυτό από αρκετούς έγκυρους σχολιαστές. Έχουν προταθεί διάφορες αποδόσεις, όπως αστραπιαία κινητοποίηση (πλήθους), συγκέντρωση-αστραπή - να προτείνω κι εγώ δυο εκδοχές: αιφνίδια δράση πλήθους ή, μάλλον καλύτερα, αιφνίδια συντονισμένη δράση πλήθους. Ίσως να υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά τη δράση -μπορεί πάλι και όχι- η οποία μου φαίνεται, πάντως, πολύ προτιμότερη απ' την εκδήλωση. Τώρα όσον αφορά τον όχλο (που είναι και αιφνίδιος!!!), δείτε το βίντεο παρακάτω.

όχλος ο [óxlos] Ο18 (χωρίς πληθ.) : (μειωτ.) 1. για σύνολο πολλών ανθρώπων που χαρακτηρίζονται από ομαδική ψυχολογία και κυριαρχία των ενστίκτων: Ο ~ ωρυόταν ζητώντας την τιμωρία του. Ψυχολογία του όχλου. 2. για κοινωνικές τάξεις ή στρώματα που χαρακτηρίζονται από ταπεινή καταγωγή, μικρό εισόδημα ή χαμηλό μορφωτικό επίπεδο: Οι ευγενείς / πλούσιοι / μορφωμένοι και ο ~. Ούτε έχω ούτε είχα ποτέ σχέση με τον όχλο.
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%8C%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%82&dq=


Copenhagen Phil playing Ravel's Bolero - Flash mob at Copenhagen Central Station



Not to be missed! On May 2, 2011, the Copenhagen Philharmonic amazed commuters at the Copenhagen Central Train Station, as they created a kind of orchestral "flash mob" – performing Ravel's famed Bolero, with the musicians gradually assembling in place as the work progresses. The video – which shows not only the assembling orchestra, but also the delighted faces of the commuters – has generated overwhelming interest, and indeed has exceeded the orchestra’s expectations. We hope you enjoy it as much as we do!
http://www.classicalarchives.com/feature/dont_miss_this.html

« Last Edit: 18 Jan, 2012, 01:20:32 by dominotheory »



kouk

  • Newbie
  • *
    • Posts: 21
    • Gender:Male
  • software gardener
Θα έπρεπε μήπως να υπάρχει και κάποιος ρηματικός τύπος κατά το "was flash mobbed"; Οπότε θα μπορούσε να είναι π.χ. αστραπιαία κατάκλυση και αστραπιαία κατακλυσμένος ή πλημμύρα-αστραπή, αστραπιαία πλημμύρα, πλημμύρισαν αστραπιαία. «Αστραπιαία κατάκλυση της Πλατείας Συντάγματος από χορευτές του μάμπο». «Χορευτές του Μάμπο κατέκλυσαν αστραπιαία την Πλατεία Συντάγματος».
« Last Edit: 19 Jan, 2012, 13:06:48 by kouk »
Κωνσταντίνος Κουκόπουλος


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2015
Ωραία η παρατήρησή σου - γενικότερα, όσον αφορά το θέμα αυτό, υπάρχουν αρμόδιοι και ελπίζω να ασχοληθούν. Και μια μικρή διόρθωση: κατέκλυσαν αστραπιαία
« Last Edit: 19 Jan, 2012, 13:15:03 by spiros »


kouk

  • Newbie
  • *
    • Posts: 21
    • Gender:Male
  • software gardener

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812608
    • Gender:Male
  • point d’amour
Για το "κατέκλυσαν αστραπιαία" βλέπω τρεις ανευρέσεις. Το «αστραπιαία κατάκλυση» με παραπέμπει (τουλάχιστον ηχητικά) λίγο σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Φοβάμαι ότι δεν είναι δόκιμο.

κατάκλυση η [katáklisi] Ο33 : η ενέργεια του κατακλύζω1.
[λόγ. < αρχ. κατάκλυ(σις) -ση `ντους΄, κατά τη σημ. του κατακλύζω1]

κατάκλιση η [katáklisi] Ο33 : 1. (λόγ.) α. ξάπλωμα στο κρεβάτι για ύπνο ή για ξεκούραση. β. (ναυτ.) πλάγιασμα του πλοίου στη μία πλευρά, για να καθαριστεί ή για να επισκευαστεί η άλλη. 2. (ιατρ.) νέκρωση του δέρματος, που προκαλείται από κακή αιμάτωση και που παρουσιάζεται σε άτομα κατάκοιτα: Έπαθε κατακλίσεις.
[λόγ.: 1: αρχ. κατάκλι(σις) -ση (στη σημ. α)· 2: σημδ. αγγλ.(;) decubitus ulcer]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

κατάκλυση η (ουσιαστικό) (ναυτ.) το γέμισμα ενός διαμερίσματος του πλοίου με νερό είτε εκούσια, είτε εξαιτίας διαρροής ή ρήγματος
http://www.livepedia.gr/index.php/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7
 
« Last Edit: 19 Jan, 2012, 13:18:46 by spiros »


dominotheory

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2015
Καλό θα ήταν, πάντως, να βρεθούν κάποιες πιο εύστοχες αποδόσεις. Εννοείται ότι δεν φταίει o iogo ή η lefty που χρησιμοποιείται ο όρος αυτός (χαρακτηριστικό: Να τ' αφήσω;), αλλά αυτός δεν είναι και λόγος για να παραμένει το πράγμα ως έχει. Δείτε χαρακτηριστικά:

Μόλις το τσίμπησα στο διαδίκτυο:

Σχεδόν 10.000 εν ισχύει έναντι του σωστού εν ισχύι με περίπου τις διπλές αναφορές (18.600). Θα γκρινιάξω και πάλι: αφού τους ζαλίζουν τα αρχαία ελληνικά, τι τα θέλουν; Γιατί δεν λένε σε ισχύ που και σωστό είναι και ασφαλές (με μισό εκατομμύριο αναφορές) και «οπτικοακουστικά» θαυμάσιο;



 

Search Tools