-γόνος / -γόνο / -γόνα ή -γενής / -γενές / -γενή;

spiros · 1 · 9229

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810370
    • Gender:Male
  • point d’amour
-γόνος / -γόνο / -γόνα ή -γενής / -γενές / -γενή;

Στην απόδοση αυτού του ελληνογενούς αγγλικού ουσιαστικού entheogen γίνεται το ίδιο λάθος με την απόδοση του επιθέτου seismogenic που μας «έχουν φάει τα αυτιά» τα ΜΜΕ με τις σεισμογενείς περιοχές ενώ το σωστό είναι σεισμογόνες περιοχές.

Τόσο από την περιγραφή που παρέθεσες Σπύρο όσο και από την ετυμολογία / ορολογική ανάλυση του όρου είναι ηλίου φαεινότερο ότι η ορθή ελληνική απόδοση του όρου είναι ενθεογόνο (δεν παράγεται, αλλά παράγει/γεννά θεόν εντός) όπως παράγουν/γεννούν και τόσα άλλα -gens (oxygen -> οξυγόνο, hydrogen -> υδρογόνο, halogen -> αλογόνο, ...)

Παράβαλε:

hallucinogen -> παραισθησιογόνο (και όχι «παραισθησιογενές»)
entheogen -> ενθεογόνο (και όχι «ενθεογενές»)
seismogenic -> σεισμογόνος (και όχι «σεισμογενής»)
earthquake-induced -> σεισμογενής  (και όχι «σεισμογόνος» καθώς δεν γεννά σεισμούς αλλά είναι γεννήθηκε/προκλήθηκε από σεισμό)
empathogen -> ενσυναισθησογόνο
entactogen -> εντακτογόνο (και όχι «εντακτογενές»)
glycogen -> γλυκογόνο
zymogen -> ζυμογόνο
antigen -> αντιγόνο

-γόνος -ος -ο [γónos] θηλ. (σπάν.) & -α : β' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα επίθετα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει την ιδιότητα ή χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα να προκαλεί αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: αλλεργιογόνος, ασφυξιογόνος, δακρυγόνος, καρκινογόνος, σιελογόνος, σμηγματογόνος, σπερματογόνος. [λόγ. < διεθ. -gon < αρχ. -γόνος `που παράγει΄, θ. συγγ. του ρ. γί(γ)νομαι (σύγκρ. γόνος) ως β' συνθ.: αρχ. παιδο-γόνος `που κάνει παιδιά΄ & διεθ. -gen < αρχ. -γόνος (σφαλερά αντί -gon): οξυγόνο, υδρογόνο < γαλλ. oxygène, hydrogène]

-γενής -ής -ές [jenís] : (συνήθ. επιστ.) β' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα επίθετα· συνήθ. δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: 1. ανάγει, οφείλει την προέλευσή του, τη σύστασή του σ΄ αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό· (πρβ. -γόνος): διαβρωσι~, ηφαιστειο~, κοραλλιο~, προσχωσι~, σεισμο~. 2. παρουσιάζεται, εμφανίζεται με τη χρονική σειρά που εκφράζει το α' συνθετικό: δευτερογενής, πρωτογενής, υστερογενής. [λόγ. < αρχ. -γενής θ. συγγ. του ουσ. γένος (ρ. γίγνομαι `γεννιέμαι, γίνομαι΄) ως β' συνθ., παραγωγικό επιθέτων: αρχ. μονο-γενής `μοναχοπαίδι΄, ὁμο-γενής `του ίδιου γένους΄, πρωτο-γενής `πρωτοδημιούργητος΄ (ελνστ. σημ.: `πρωτότοκος΄), ελνστ. ἀλλο-γενής `διαφορετικής φυλής΄ & διεθ. -gen- < αρχ. -γενής: ενδο-γενής < γαλλ. endogène ή αγγλ. endogenous]

Από ΙΑΤΕ:

cataractogenic
καταρρακτογενής
καταρρακτογόνος

http://iate.europa.eu/SearchByQuery.do?method=search&valid=Search+&sourceLanguage=en&targetLanguages=el&domain=0&typeOfSearch=s&request=&query=cataractogenic%20

cataractogenic
tending to induce the formation of cataracts.
Cataractogenic | definition of cataractogenic by Medical dictionary
« Last Edit: 02 Jun, 2018, 20:38:48 by spiros »


 

Search Tools