choker -> τσόκερ, κολιέ-ντε-σιεν, γουνάκι, εφαρμοστό περιδέραιο, εφαρμοστή κορδέλα λαιμού, σκληρό ψηλό κολάρο, μαντήλι λαιμού, κολάρο κληρικού

diceman · 16 · 9190


  • Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 9015
    • Gender:Female
Καλό είναι να βγει το cloth από τον τίτλο γιατί το τσόκερ μπορεί να είναι και πιο σταθερό όχι μόνο υφασμάτινο.

A choker is a close-fitting necklace, worn high on the neck. This type of jewellery can consist of one or more bands circling the neck. Chokers can be made of a variety of materials, including velvet, plastic, beads, metal, and leather. They are often adorned in a variety of ways, including with sequins, studs, a pendant, or a cameo. Chokers can be made out of any kind of fabric, by stitching two rectangles of fabric together and then sewing on some velcro.

choke -> στραγγαλίζω, πνίγω, φράζω, βουλώνω, μπουκώνω, χάνω τα λόγια μου, κομπλάρω, πνίγομαι, στραγγαλισμός, πνίξιμο, τσοκ, στένεμα κάννης, φυλακή


Search Tools