Author Topic: Μανόλης Αναγνωστάκης  (Read 207593 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει το ποίημα «Νέοι της Σιδώνος».

Μανόλης Αναγνωστάκης: Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά – αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ' άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό – κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Mας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;)

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:24:21 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης, Αναζήτηση
« Reply #91 on: 10 May, 2009, 19:29:43 »
Μανόλης Αναγνωστάκης, Αναζήτηση

Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη∙ μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι ολότελα ξένη.

Θα ’ρθω μια μέρα, γυμνός απ’ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.

Από τη συλλογή Εποχές (1945)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:24:45 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης, Τοπίο
« Reply #92 on: 15 May, 2009, 20:15:16 »
Μανόλης Αναγνωστάκης, Τοπίο

Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη.
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή, μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή,
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16.
Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

Από τη συλλογή Παρενθέσεις (1956)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:24:59 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: Αν θυμούμαι...
« Reply #93 on: 15 Jun, 2009, 00:02:14 »
Μανόλης Αναγνωστάκης: Αν θυμούμαι...

Αν θυμούμαι, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο.
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει, μια Στιγμή
Σ’ αλλεπάλληλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)
« Last Edit: 27 Jul, 2019, 02:11:48 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: Αντί να φωνασκώ...

Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι
Με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες
–Μάντεις κακών και οραματιστές–
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου
Και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα
(Και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια)
Πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας.
Ήτανε βέβαια μεγάλη η περιπέτεια
Όμως η πόλις φλέγονταν τόσο όμορφα
Ασύλληπτα πυροτεχνήματα ανεβαίνανε
Στον πράο ουρανό με διαφημίσεις
Αιφνίδιων θανάτων κι αλλαξοπιστήσεων.
Σε λίγο φτάσανε και τα μαντάτα πως
Κάηκαν όλα τα επίσημα αρχεία και βιβλιοθήκες
Οι βιτρίνες των νεωτερισμών και τα μουσεία
Όλες οι ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων
Και θανάτων –έτσι που πια δεν ήξερε
Κανείς αν πέθανε ή αν ζούσε ακόμα–
Όλα τα δούναι και λαβείν των μεσιτών
Από τους οίκους ανοχής τα βιβλιάρια των κοριτσιών
Τα πιεστήρια και τα γραφεία των εφημερίδων.
Εξαίσια νύχτα τελεσίδικη και μόνη
Οριστική (όχι καθόλου όπως οι λύσεις
Στα περιπετειώδη φιλμ).
Τίποτα δεν πουλιόταν πια.
Έτσι λαφρύς και περιττός πήρα τους δρόμους
Βρήκα την Κλαίρη βγαίνοντας
Απ’ τη Συναγωγή κι αγκαλιασμένοι
Κάτω απ’ τις αψίδες των κραυγών
Περάσαμε στην άλλη όχθη με τις τσέπες
Χωρίς πια χώματα, φωτογραφίες και τα παρόμοια.

Τίποτα δεν πουλιόταν πια.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956)
« Last Edit: 27 Jul, 2019, 02:12:18 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Καρυωτάκης (1984))


Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα.»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:26:38 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: Η αγάπη είναι ο φόβος...

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.

Μα ποιος θα ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια ώρα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και τον θάνατο.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951)
« Last Edit: 27 Jul, 2019, 02:13:14 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: Μιλώ...
« Reply #97 on: 17 Aug, 2010, 15:25:58 »


Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μιλώ
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Νύχτα θανάτου (1974))


Μανόλης Αναγνωστάκης: Μιλώ...

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956)
« Last Edit: 27 Jul, 2019, 02:13:31 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης, Το ναυάγιο
« Reply #98 on: 19 Feb, 2011, 01:47:16 »


Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Το ναυάγιο
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))


Μανόλης Αναγνωστάκης, Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε –ψηλά-ψηλά–
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962)
« Last Edit: 20 Oct, 2017, 19:21:37 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης, Αφιέρωση

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962)


«Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια»

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Υπάρχουν δύο ποιητές μας που με έκαναν ανέκαθεν να σπαζοκεφαλιάζω: ο Ανδρέας Κάλβος και ο Μανόλης Αναγνωστάκης (ο οποίος άλλωστε εκτιμούσε τον Κάλβο όσο κανέναν άλλο έλληνα ποιητή). Ο πρώτος και ο τελευταίος «κλασικός» της νεότερης ελληνικής ποίησης μου άφηναν μια παράξενη αίσθηση απόκρυψης. Η έμπνευσή τους έμοιαζε να έρχεται από κάπου πολύ πιο μακριά από εκεί όπου παρέπεμπε, με την πρώτη και τη δεύτερη ματιά, το ποιητικό έργο τους. Από πού όμως;

Στη συνέντευξη που πήρε ο Μισέλ Φάις από τον Αναγνωστάκη το 1992 και παρουσιάζεται σε αυτό τον μικρό τόμο ως μονόλογος (εύστοχα, γιατί ο λόγος του ποιητή, παρά την προφορικότητά του, είναι αναστοχαστικός και όχι συζητητικός), ο Αναγνωστάκης λέει ότι υπήρξε ένας αριστερόχειρας manque, δηλαδή ανεσταλμένος, ακυρωμένος: έγραφε με το δεξί χέρι, γιατί έτσι του επέβαλαν από μικρή ηλικία, αλλά όλα τα άλλα τα έκανε με το αριστερό. Τείνω να βλέπω εδώ μια αλληγορία: η ποιητική γραφή δεν ήταν κάτι φυσικό και αυτονόητο γι' αυτό τον ποιητή, αλλά μια μορφή σωματικής αποξένωσης, μέσα από την οποία έπρεπε να αναζητήσει έκφραση ο πρωτογενής εαυτός του.

Ο Αναγνωστάκης αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό του ως καθαρά πολιτικού ποιητή. Θεωρεί ότι είναι πολιτικός και ερωτικός μαζί. Αρκετοί ποιητές και συγγραφείς προσπάθησαν, όταν πέρασε η εποχή της ιδεολογικοπολιτικά στρατευμένης λογοτεχνίας, να υποβαθμίσουν το πολιτικό στοιχείο στο έργο τους και να τονίσουν το ερωτικό, ως διαχρονικότερο. Στην περίπτωση του Αναγνωστάκη όμως δεν πρόκειται για κίνηση τακτικής, αλλά για ειλικρινή έκφραση αυτογνωσίας. Πράγματι, η πολιτικότητα της ποίησής του δεν πήγαζε από ιδέες, ούτε καν από ηθικά συναισθήματα, αλλά από μια καθολικά ερωτική στάση, που στην εποχή της ποιητικής ακμής του δεν θα μπορούσε να μη συμπεριλαμβάνει, και μάλιστα ως ανώτερο τρόπο έκφρασης, την πολιτική πάλη για την αλλαγή του κόσμου. Όταν η υπόθεση της Αριστεράς εκφυλίστηκε σε γραφειοκρατικές διαδικασίες και μικρόψυχες κομματικές σκοπιμότητες, ο έρωτας πέταξε μακριά από την ιστορική κοίτη της. Ο Αναγνωστάκης δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για την πολιτική, αλλά δεν μπορούσε πια να εκφραστεί ποιητικά μέσα από την πολιτική. Διατήρησε βέβαια την ελπίδα του αληθινά ερωτικού ανθρώπου, που καταλήγει σχεδόν πάντα να «ελπίζει από απελπισία», όπως λέει ο ίδιος στις «Εποχές 2». Γι' αυτό και δεν είναι ποιητής της ήττας, όπως κατηγοριοποιήθηκε, αλλά της διάψευσης. Η διάψευση, όμως, κάνει κάτι που δεν συνεπάγεται απαραίτητα η ήττα: σημαδεύει το όριο της ποίησης.

Εξηγεί αυτό την ουσιαστική απόσυρση του Αναγνωστάκη από την ποίηση μετά το 1971; Δεν θα μπορούσε άραγε ο έρωτάς του για τον κόσμο και τα πράγματα να βρει άλλα πεδία έκφρασης; Ο ίδιος πιθανολόγησε κάποτε, σε μια συνέντευξή του στη γαλλική «Liberation», ότι αιτία της ποιητικής σιωπής του ήταν η διάλυση, με την πάροδο του χρόνου, των αυταπατών του για τις δυνατότητες της επικοινωνίας μέσω της ποίησης. Στη συνομιλία του με τον Φάις, πάλι, λέει ότι η ποίηση προσιδιάζει στη νεανική ηλικία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας, ότι τη σκυτάλη του έντεχνου λόγου παίρνουν αργότερα το μυθιστόρημα, το δοκίμιο, η κριτική. Οι δύο δηλώσεις δεν είναι ταυτόσημες, αλλά έχουν κάτι κοινό: εισάγουν έναν χρονικό, θα έλεγε κανείς βιολογικό περιορισμό στην εγερτήρια δύναμη της ποίησης, μια εγγενή τάση της προς τη σιωπή, που δεν είναι «το τέλειο ποίημα», όπως πιστεύουν άλλοι ποιητές, αλλά η αποσάθρωση της ποίησης από τη νομοτέλεια του κόσμου.

Μια τέτοια άποψη είναι πολύ παράξενη για έναν ποιητή. Και αυτό επαναφέρει στο μυαλό μου την υποψία ότι η πηγή της έμπνευσης του Αναγνωστάκη βρισκόταν πέρα από το περιεχόμενο της ποίησής του, ότι ήταν, με μια έννοια, «αντιποιητική». Και νά που βρίσκω τώρα ένα κλειδί για τη διαλεύκανση του μυστηρίου. Είναι δύο πολύ γνωστά ποιήματα, το ένα του ίδιου του Αναγνωστάκη, το άλλο του Μιχάλη Κατσαρού. Φαίνεται να λένε το ίδιο πράγμα, να εκφράζουν την ίδια διάθεση. Και όμως…

Φωνάζει ο Κατσαρός στο ποίημα «Η διαθήκη μου» : Αντισταθείτε/σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. /Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός… Και πάει λέγοντας, με τον ποιητή να κηρύσσει αντίσταση σε κάθε μορφή εφησυχασμού, συμβιβασμού, παραίτησης.

Και τώρα ο Αναγνωστάκης στην «Αφιέρωση» : Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν/Για το σπίτι που χτίστηκε/Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν/Για τα πλοία που άραξαν/Για τη μάχη που κερδήθηκε/Για τον άσωτο που επέστρεψε/Για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια.

Και οι δύο ποιητές περιγράφουν την αποτελμάτωση της ύπαρξης με σχεδόν τους ίδιους όρους. Ενώ όμως για τον Κατσαρό η κατάσταση αυτή είναι καρπός ολιγοψυχίας, αφιλοδοξίας και άδοξης συνθηκολόγησης με τις δυνάμεις της αδράνειας (οι φρασούλες «καλά είμαι εδώ» και «δόξα σοι ο Θεός» έχουν, σε αυτά τα συμφραζόμενα, σαφέστατα περιφρονητική χροιά), για τον Αναγνωστάκη είναι η μελαγχολική, αλλά προδιαγεγραμμένη και αναπότρεπτη κατάληξη των πραγμάτων - και των ελπίδων. Δεν είναι ζήτημα ηθικής ανεπάρκειας ή ελλιπούς φρονήματος, αλλά η ολοκλήρωση ενός κύκλου με το πέρασμα της ζωής στην εντροπία.

Ο σκεπτικισμός του Αναγνωστάκη, δηλαδή, δεν ήταν μια όψιμη εξέλιξη, που παρέλυσε τον ποιητή, αλλά μια πρώιμη αναγγελία, ενάντια στην οποία ο βαθιά ερωτικός εαυτός του εξεγέρθηκε γυρεύοντας, όπως έγραψε ο ίδιος, «ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω». Και ήταν αυτή η αναζήτηση που γονιμοποίησε την ποίησή του.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αναγνωστάκης δεν ήταν μόνον ένας αριστερόχειρας manque αλλά και ένας ποιητής manque, με την έννοια ότι αυτό που αναζητούσε στην ποίηση, όπως και στην πολιτική, βρισκόταν στο πεδίο του μυστικισμού, ένα πεδίο στο οποίο ένας άνθρωπος τόσο δεμένος με τον κόσμο όσο αυτός (και, ας μη ξεχνάμε, ένας αριστερός της γενιάς του), δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να εισχωρήσει. Ωστόσο, ποιητές και συγγραφείς με τέτοιες άλυτες αντιφάσεις είναι οι πιο ενδιαφέροντες.


Πηγή: εφημερίδα Τα Νέα
« Last Edit: 10 Oct, 2015, 23:32:28 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης, Το καινούριο τραγούδι

Ακόμα πιο κοντά· και δε θα σπάσουν αν δεν σπάσουν τώρα τα δεσμά σου
Δε θα μπορούμε να ρωτήσουμε τη διψασμένη αγωνία μας:
Γιατί δεν πεθαίνουνε πια αυτές οι μέρες που μας λεηλάτησαν τόσο;
Ή στο χρόνο π’ αρχίσαμε ν’ αγαπούμε σαν άντρες και τα κορίτσια τραβούσαν το χέρι τους χωρίς να ξέρουν το γιατί
Κι όμως, ίσως να ’τανε κι ωραίο, σαν ένα βιβλίο ανοιχτό, να περνούσανε οι ώρες αθόρυβα τριγυρισμένες ασφάλεια
Και να ξεχάσουμε το θάνατο εμείς που ζηλέψαμε τις πεταλούδες μες στις καλοκαιριάτικές μας αναμνήσεις.

Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου
Ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα
Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς
Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν’ αγγίξουν ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας
Πρόσωπα που ’ταν για μας η στοργή τους πληγή· αυτά θα σου γράψω.
Στο μεταξύ στις όχθες των μεσημεριάτικών ποταμιών δεν κοιμούνται πια οι χλομοί Νάρκισσοι με τις αθώες τους ευαίσθητες ψυχές
Στη στέρνα του πάρκου τα παιδάκια δεν ταξιδεύουν πια τις δροσερές τους χίμαιρες πάνω στα χάρτινα μικρά τους καράβια
Θυμούμαι την κρυφήν αγωνία μας: το σφίξιμο στη θέα του πρώτου κίτρινου φύλλου που μας άφηνε μιαν ολόπικρη γεύση στο στόμα.

Φτάνει πια αυτές οι μέρες που μας κούρασαν τόσο
(Οδυνηρές παραστάσεις άυλων οραμάτων)
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή στον καθρέφτη και προσμένουν να λικνίσουν τ’ αβρά όνειρά τους.
Μες στις μεγάλες πλατείες οι άνθρωποι αγαπούν ορμητικά και πεθαίνουν
Τρέχουν, τα λόγια τους βαραίνουν πρόωρα, οι καρδιές τους σφυροκοπούν σαν το μέταλλο
Μες στα πολύβοα λιμάνια κατέβηκα και γέμισα το στήθος μου ομίχλη στις αποβάθρες που δε θέλουν να γεράσουν
Κατέβηκα να σου φέρω την αγάπη που τόσο σου ζήτησα και τη γυρεύω με λαχτάρα
Στα σκοτεινά πλοία που ρίχνουν την άγκυρα, φορτωμένα πελαγίσιες εικόνες και κάρβουνο
Στις χαμηλές κάμαρες των πανύψηλων οικοδομών που κρατούν τη φωτιά και το μυστήριο
Και τα ρολόγια χτυπούν ρυθμικά. Δεν έχω καιρό.
Μοναδική της αγωνίας μου οπτασία.

Στα κατώφλια των γκρεμισμένων σπιτιών νικημένοι στρατιώτες περιμένουν χωρίς ελπίδα το γυρισμό
Στ’ άδεια κρανία τους πλανιούνται εναγώνιες κραυγές
Η φρίκη της άδικης μάχης σκοτώνει τις εφιαλτικές τους ώρες
Λέξεις χλομές συνθέτουν πληγωμένα ελεγεία
Κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα πατώντας πάνω στους νεκρούς μου στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα (νικητήριες σάλπιγγες) το καινούριο μου τραγούδι.

Από τη συλλογή Εποχές (1945)




Μανόλης Αναγνωστάκης & Μιχάλης Γρηγορίου, Το καινούριο τραγούδι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Η αγάπη είναι ο φόβος (1980))
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:30:11 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=26638&autostart=0

Μανόλης Αναγνωστάκης / 1 Ιανουαρίου 1983, ΕΡΤ, εκπομπή «Παρασκήνιο» του Λάκη Παπαστάθη
« Last Edit: 10 Oct, 2015, 23:35:55 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: Εποχές 2 (II)
« Reply #102 on: 09 Oct, 2015, 23:22:04 »


Ηλίας Ανδριόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Έπεσε βροχή κι αγέρας
(τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου / δίσκος: Ξένες πόρτες (1985))


Μανόλης Αναγνωστάκης: Εποχές 2

II


«Το κάθε τι τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Ν’ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σ’ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
—Σωστά το κάθε τι τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες—
Μετρώντας ακόμη μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή.
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τ’ αφτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το κάθε τι
Είπαν πως ό,τι αγγίζαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε.)
Όμως γιατί ξαναγυρίζαμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιούμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μια άλλη συνηθίσαμε μορφή.

… Φυσάει πολύ απ’ το σπασμένο τούτο τζάμι. (Ποιος έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο πάτωμα;)
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχτεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια οριστικά το δικό μας.)

Από τη συλλογή Εποχές 2 (1948)
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 22:05:51 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Re: Μανόλης Αναγνωστάκης
« Reply #103 on: 19 Mar, 2016, 16:08:39 »




Ο Μανόλης Αναγνωστάκης διαβάζει Αναγνωστάκη.

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67456
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μανόλης Αναγνωστάκης: 13.12.43
« Reply #104 on: 31 Oct, 2016, 15:23:59 »
Μανόλης Αναγνωστάκης: 13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

Από τη συλλογή Εποχές (1945)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 14:31:25 by wings »