Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

wings · 49 · 128594

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Επιφάνια Αβέρωφ (1970))


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα

Συ που ’χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες να ’σαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
να ’ναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:49:46 by wings »


banned

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 1094
    • Gender:Male
Με αιφνιδίασε πολύ ευχάριστα αυτό το ποίημα του Πεντζίκη. Απλό, λιτό, ανθρώπινο, σπαρακτικά ευθύβολο, χωρίς τη γνωστή πεζολογία και απεραντολογία του. Κατά τη γνώμη μου, αποτελεί μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο σημαντικός ζωγράφος και πεζογράφος Πεντζίκης δείχνει τις ποιητικές του δυνατότητες, που τόσο σπάνια αξιοποίησε για λόγους άγνωστους σε μένα. Και ήταν νέος, σχεδόν παιδί όταν το έγραψε. 



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα

Δεν είναι ψέμα ο μύθος,
αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι
προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,
όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.

Ανοίγω το παράθυρο κι έρχεται,
δικό μου τ’ αγαθό σύννεφο,
τ’ ακαθόριστο κι άπιαστο σχήμα του,
δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.

Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,
ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,
φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,
γι’ αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.

Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ’ ανθρώπου,
που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,
η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει
με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:50:41 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν' αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:51:09 by wings »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ' την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:52:58 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα...]

4


Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα
σαν τα παιδιά έχουμε λίγες ανάγκες
υποθέτουμε απλώς αληθινά τα φαινόμενα
συγχέουμε στην αρχή τις δυνάμεις
τον άνθρωπο με τα επιβλητικά ζώα
μας κυριαρχούν οι άμεσες εντυπώσεις
το παιδί σχεδιάζει μεγάλα κεφάλια
παριστάνεται η μορφή εκ του πλαγίου
αναπόσπαστο μέρος ενός συνόλου
δεν είναι αυθύπαρκτη διακοσμεί
τα πρόσωπα συγχέονται
το πλήθος και η μονάδα είν’ ένα
καταργείται του χρόνου η έννοια
διαθέσεις τρόποι φωνές
την στέρεα ιεραρχία των φαινομένων
με τόλμη υπερπηδούν οι Έλληνες
αδίσταχτα χαρακτηρίζουν τον θνητό
δεν αντιπαρέρχονται μπροστά στο θάνατο
προκειμένου όμως για κάτι που χάνεται
αμείλιχτο εγείρεται το πρόβλημα
τι πράγμα έχει σημασία να προσέξουμε
τα μαλλιά τα ωραία μαλλιά
τα μάτια τη μύτη το μουστάκι
το σώμα ολόκληρο καταστρέφεται
κάτι που περνά είναι η έκφραση
τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
διηγιένται υποθέσεις του παρελθόντος
οποιοσδήποτε ανύπαρκτος δεν μ’ ενδιαφέρει
ανύπαρκτος τρομάζω
βλέπω πίσω απ’ το τζάμι το θάνατο
γυρεύω την ασφάλεια της πίστης
την υποταγή στην ιεραρχία της πυραμίδας
εντελώς έρημος δεν καταλαβαίνω
η σεμνότητά μου τι χρειάζεται
ο στοχασμός των σφιγμένων χειλιών μου
το φιλήδονο βλέμμα
το γέρσιμο του κεφαλιού με παράπονο
σκέφτομαι την κάθε λεπτομέρεια
μέχρι που ξεχωρίζει με δική της οντότητα
περνά απ’ το υποκείμενο στ’ αντικείμενο
τ’ αντικείμενο έχει δική του αξία
αν αγαπώ τη ζωή δεν πρέπει να το υποτάξω
αν δεν έρχεται να με δει δεν πειράζει
την Τρίτη βράδυ ξεράθηκαν τα μάτια μου
δεν σε βλέπω πια γύρισα κι είπα
ανοίγεται με τα δικά του φτερά υπερήφανο
αυτό που για να το σηκώσω τσακίστηκα
συγχώρεσέ με για τους κόπους που σου ’δωκα
οι αισθήσεις σβήνουν διαλύεται το σώμα
πεθαίνω όμως γνωρίζοντας ευδαίμονα
ο άλλος θα πεθάνει όπως πεθαίνω
όταν τ’ αντικείμενό του συμπληρώσει
δεν υπάρχω όπως δεν υπάρχεις
αθάνατη μόνη η ομοιότητά μας μένει
στον τάφο διασώζεται η σχέση
με τις μάχες που ιστορούνται σώμα προς σώμα.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:49:02 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1944)

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’ τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου προς το εγώ ερωτώ:
– Βροχή, ποια είσαι; πού είσαι βροχούλα μου;
Ο ίδιος μετριέται θόρυβος στο χαλκωματένιο δοχείο
Κρατιέμαι μοναχά στη μνήμη της ανθρώπινης φύσης
ουρανός σκεπασμένος με σύννεφα από εξατμίσεις
σχημάτων της γης που η σκουριά τα σκούρανε λάσπη
ερείπια στη χειμωνιάτικη στέρηση απ’ τα κλαδιά
τα πλατανόφυλλα μαζεμένα χάμω τα καίει η σήψις
απ’ την επιστροφή του αποσταγμένου νερού
αφού λιώσουν τα σάβανα, πλημμυρισμένο φυτρώνει
φτωχό μαλακό ταπεινό χορτάρι καινούριο
τα υποδήματά μου βαριά και προχωρώντας γέρνω.
Σα να ήταν πριν και τώρα δεν είναι
κοντά μου δίπλα η νύμφη βροχή.

(14 Ιανουαρίου 1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:56:00 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διασταύρωση

Ηρωική κατοικία γεροντοκόρης
ένα καμίνι κρυμμένο δεξιά
λειτουργούσε για πετεινάρια
πριν οι νοικοκυραίοι απογίνουν στάχτη
ενώ τον σούβλιζαν έβαφε τα μαλλιά της
με τις παντούφλες στα πλακάκια τα κόκκινα
μάθαινε για τη θεραπεία των αρρώστων
εξασφαλίζοντας την ευτυχία της εκ των προτέρων
καθόταν στον μοναδικό του σπιτιού καναπέ
σε λίγο δεν υπήρχαν ούτε παράθυρα
κηδεύσανε το άρρωστο παιδί
γέμισε η αυλή θεάματα
οι φαγάνες δουλέψαν για την εκσκαφή
εθεμελιώθη κατοικία αποδημητικών
με χρυσό επλαισιώθη ο λαχανόκηπος
ηλεκτροφωτίστηκε το γεφύρι
δεν έχουν τόπο πια να κρύβονται τα ζευγάρια
πλήθυναν στον αργαλειό οι κόμποι του τάπητος
η κόρη της είν’ ετοιμόγεννη
το δεύτερο παιδί αγόρι
«ουσιαστικά έχω πεθάνει», έλεγε,
«δεν ένιωσα ζωή παρά μαζί του»,
η δημοτική αρχή άφησε ανεπισκεύαστο
το ξύλινο κάγκελο της γέφυρας
τα παραπέτα με μπετόν
μπροστά στο σπίτι του ξένου
η ασφαλτοστρωμένη οδός διαγράφει καμπύλη
περνά η χήρα μάνα με το γιο της
σαστισμένη στο δαίδαλο μέσα των σοκακιών
διερωτάται μήπως ο άντρας της υπάρχει ακόμα
κάτω από το γεφύρι
ανάμεσα στις πέτρες του ξηροπόταμου
είναι ανήσυχη όταν βρέχει
μήπως πλημμυρίσουν αυλές και υπόγεια
της αγαθής γεροντικής σωφροσύνης.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:56:50 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκάφος μέγα

Η συνείδηση του Πατρός,
σκάφος μεγάλων μεταφορών,
κουβαλά ολάκερο βουνό,
βλάστηση, στην Αγιά Σοφιά.

Από τους εξώστες ψηλά,
ασήμια και κρύσταλλα,
το προσκαλούν φωνές,
δροσιά μιας άλλης χαράς.

Γλιτωμένες απ’ τον όλεθρο,
οικοδομής πενταώροφης,
πέτρες αδειάζει πελεκητές,
στο αραξοβόλι πυρίμαχες.

Πεντέπεντε τα χέρια,
πέντε και πέντε τις ζυγιάζουν,
πέντε και πέντε επακριβώς,
πέτρες πεντέπεντε.

Πέρ’ από κάθε πόνο,
μαρτυρίες χαράς η σοδειά,
φτάνει ίσαμε τον Πατριάρχη,
δεκάξι του μηνός Ιουνίου.

Χρυσό το ραβδί του ευλογεί,
όλου του βίου τη δύναμη,
εν ονόματι του Πατρός,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.                                                                                     

(1980)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:57:46 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ακρόπολις

Γυψίνη ακρόπολις
πλησίον των τυφλών δασκαλοπαίδων
απομίμησις παρά τον αιγιαλό
απ’ όπου ερχόνταν ο άνεμος
απογυμνωτικός των ρόλων ενός εκάστου
εκείνη που ήταν μεν γυναίκα αλλά και άντρας
έχει αποθάνει
ο Υψίζων με βόλβο φορτηγό
των δώδεκα τόνων
σώριασε απάνω της καυσόξυλα,
πίσω της η θάλασσα στεριά
εδώ κτίζουν εκεί γκρεμίζουν
οι ψαράδες θεώνται από μακρυά
χάνει ο Μπέης το κρεμμυδένιο κεφάλι του
ξερριζωθήκαν από τον κήπο οι ντοματιές
πήραν τα μάτια το νεκροταφείο
τις κοπέλες που κολυμπούσανε
τις μετέφερε στο γαλακτοπωλείο το ποτάμι
επρόκειτο εκεί να ενοικιάσουμε
ούτε ως δημοσία αρχή
ούτε ως ΞΑ
ούτε ως πλούσιο με ΙΧ στο γκαράζ
από τότε που τα οχήματα τα ’σερναν άλογα
παρά τον πλουτισμό της κουζίνας
με ηλεκτρικές συσκευές, ψυγείο, πλυντήριο,
ίδιος ο νοικοκύρης στο πρόσωπο του γιου
ώστε να μη φαντάζεται απολύτως τίποτα
για τον ωρολογά,
το φαρμακείο
ή το καθαριστήριο
για όσους πηδούσαν τα κάγκελα
ώστε να μιλήσουν την πεντάμορφη
για τον γέρο που καλόβλεπε τα παλικάρια
από το κρεατάδικο
από τη φωλιά των κορακιών
όπου η μικρή Αλίκη ερωτευμένη
πήγε να τηλεφωνήσει
στο σπίτι που γκρέμισε
στον οδοντογιατρό πο’ ’χασε τους συγγενείς του
και κρατούσε ανωφέλευτα
στη χούφτα του το εκμαγείο της μασέλας
γυψίνη απομίμησις
αμενηνά κάρηνα
φαλακρή ακρόπολις.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 21:59:04 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τους είδε το σπίτι

Ανέσυραν δύο πνιγμένους
μαθητές του γυμνασίου
της Ελληνογαλλικής εμπορικής σχολής
τους είδε το σπίτι που μου ’διναν
όμως την κοπέλα δεν την πήρα
δέρμα πλιθιά με άχυρο
ανάστημα σαν κομπόδεμα
κάλτσα παραγεμισμένη
συρτά λαϊκής τέχνης κουφώματα
ανάμεσα στα μαλλιά
μια σοφίτα
πάνω από το μέτωπο
χειρομαντείας όνειρο ξεκούραστο
εικόνα γαλλικού vocabulaire
δασκάλα και των δύο μια κουτσή
καθώς ανεβαίνανε
μέσ’ απ’ τα γυαλιά της
μύριζε λάχανο
περπατούσαν με τερλίκια
ένα δύο τρία ή τέσσερα χρόνια
και ο εφοπλιστής έστειλε
εκ των αποθεμάτων του στην Ελβετία
αγοράσαν βότσαλα και χτίσανε
ασημικά πάνω στο μπουφέ
υαλόφρακτα δωμάτια
καναπέδες από δέρμα του Καναδά
θαυμάζουν το ένα και το άλλο τα ορφανά
γλάστρες με μαβιές ποδιές
μέσα στο θερμοκήπιο τραμπαλιζόντουσαν
από τον καιρό που πολεμώντας
πάνω από τις στέγες των εκκλησιών
εκδιωχθήκαν οι Βούλγαροι
που είχαν φθάσει
Λαγκαδόθεν και Γαλλικόθεν
με τον Σκυλογιάννη και τον Μαναστρά
στα πρόθυρα και τους σκόρπισε
ασπροφορώντας ο Άγιος Δημήτριος
και δεν αναπαυθήκαν
στο οίκημα με τα δέντρα
κατάντικρυ στα επικίνδυνα
θαλασσινά πηγάδια
που τρομάζουνε τα ορφανά
ότι ο δράκος θέλει να τα φάει
και τα κύματα σκέπασαν
την απαρνημένη του λοχία.

(1958)

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 22:15:33 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Τοπογραφία

Ψηλότερ’ απ’ τα σπίτια που κρύβ’ η ομίχλη,
στο άνω της πλατείας με τους πολλούς ναούς,
(που σώζονται περίβλεπτοι ή κάηκαν,
και περισώθηκαν μόνο ως ονόματα)

στα μισά σχεδόν του λόφου όπ’ ανέβαιν’ η πόλη,
περίπου εις το ύψος του Κέντρου των εργατών,
σιμά εις τον μέγα του Πολιούχου Ναό,
αγνάντια στις κούνιες όπου διασκεδάζουν τα παιδιά,

στη θέση του παλαιού αθλητικού σταδίου,
(όπου την ισχύ του μονάρχη, που θαρρούσε ως άπαντο
τον υλικό πλούτο και έκτιζε ανάκτορα,
αντιμετώπισε ο Μάρτυς εγκαρδιωμένος,

απ’ τ’ άκουσμα διαμέσου των κιγκλίδων της φυλακής,
της φωνής του διδασκάλου του εν Χριστώ)
όπου πιθανόν ο Ναός και ο Τάφος του Νέστορος
πάνω στο κυλισμένο μάρμαρο, η αγάπη μου κάθεται.

Από τη συλλογή Ανακομιδή (1961)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 22:16:20 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος...]

2


Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος
βρίσκω την τροφή μου δίχως να ξεχωρίζω της νύχτας και της μέρας τα σύνορα
πρέπει όλα τα πρόσωπα του διαβατάρη χρόνου να σταθούν
Ψηλότερα απ’ όπου βρισκόμαστε εκτείνεται η θάλασσα
γκρέμισε η πεζούλα κι ο πόντος σμίγει με τη στεριά
τρεις σταλιές ονόματα στο τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων,
απόγευμα με όμορφο ήλιο εκείνος εσύ κι εγώ
αφήνομαι ξαπλωμένος σ’ αποθήκες ακριβές
τα σανίδια γρήγορα σκευρώνουνε μέσα στη λάσπη
πώς είναι δυνατό να νιώθω τη ζωή όταν μου είσαι ξένη
σύμφωνα με τη γνώμη της εποχής φοράμε ρούχα
ατίθασα ψαρά μαλλιά στο βορειοελλαδικό κρανίο
η πέτρα με τα χρόνια που περνάν ενισχύει τη μνήμη
για τη χαρά του φίλου ανταμώσαμε μαζί
μέσα απ’ όλες τις καταστάσεις όλων των σημείων του κόσμου
βραδιάζοντας ανταμώνουν τα τρία πρόσωπα της μνήμης.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες

Το ποίημα γράφτηκε στις 4 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980) [Νίκος Καρατζάς (1981)]
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:47:58 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
1

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Διδαχή


Ποιο είναι το αληθινό που μπορούμε πρόσωπο να δούμε της ζωής
ως αλήθεια ότι από μακριά θεωρεί ο ιδεαλιστής αγαπά
δεν ανέχεται να δει να τρώει μακαρόνια η Ρεγγίνα
θα τον βαλάντωνε η απογοήτευση αν πολέμαγε μαζί με τους σκλάβους
μεγάλο κατόρθωμα μέσα στη νύχτα του στόλου η πυρπόληση
η φήμη γεμίζει τον κόσμο με τ’ όνομα του μπουρλοτιέρη
ο γλύπτης όμως της μορφής του δεν πηγαίνει από κοντά να τον γνωρίσει
για λόγους ιδιοσυγκρασίας ασθενικής δικαιολογημένα αποτραβιέσαι
στην έρημο πύργο μπορείς με των πεθαμένων τους ίσκιους να ζεις
η πυκνότητά των είναι ελάχιστη άντικρυ στην πραγματική παρουσία
θα χανόσουν μπροστά στην ισχυρότερη ύπαρξη με την ομορφιά
μόνος πειθαρχικός ανεβαίνεις την πρώτη βαθμίδα του τρομερού
οι άγγελοι πραγματικά είναι αντικείμενα που έχουν έδρα τους το αίμα.
όσοι νηστεύοντας βαδίσανε στην έρημο τους είδαν
όχι εντελώς πάντοτε ελευθερωμένα απ’ τον οργανισμό
η τομή των ιστών για την εσωτερική όραση είναι δύσκολη
με το υποχλωριώδες αντιδραστήριο καταστρέφεται κοντά στο κύτταρο και το πλάσμα
άξιες είναι για μελέτη όλες οι αντικειμενικότητες του υποκειμένου
περίλαμπρη η απεικόνιση στον τρούλο απ’ το σπίτι που συγκεντρωνόμαστε όλοι
στα παιδιά διηγήθηκα έν’ από τα θαύματα της Αγίας Γραφής
για να πιστέψουν είπα πως είναι μια από τις ατομικές περιπτώσεις
ουδέποτε το σύνολο αρνιέται οποιαδήποτε περίπτωση ατομική
ζωντανό σύνολο αρρώστων θεραπεύει η γιατρική
συλλογιέμαι λοιπόν ότι ετάχτηκα παιδαγωγός
πρέπει να εκφράσω το αιώνιο συνολικό πρόσωπο της ζωής
μαραμένο τριαντάφυλλο η μνήμη των αισθήσεων μέσα μου
μέθη γεμάτη νου αγκαλιάζει τους χαρακτήρες
κέντημα που στολίζει και πράμα που πιάνεται ξεχωριστό
μαντίλι γεμάτο απ’ το πρόσωπο με τον καημό
με τα μαλλιά που χτενίζω τον μισό κόσμο που κλειούνε
μ’ όλα τα κατάρτια κι άρμενα τα ταξίδια μαλλιά
των αισθηματικών κινήσεων έχω ποτιστεί τη θλίψη
ξέρω το ασύμπτωτο των δρόμων όπου επανερχόμαστε
την βαριεστημένη στειρότητα που διασπά υποκείμενο κι αντικείμενο
δεν μπορώ ως σκοπό να διδάξω της γνώσης τον έρωτα
η αγάπη που τον ήλιο και τ’ άλλα τ’ αστέρια κινεί
είναι μέσο, λειτουργία, μέθοδο για τον σκοπό της γνώσης
μ' όλες τις φαντασίες του ο καθένας πρέπει να πειθαρχεί
πειθαρχία στα πράγματα που εξακολουθούν πέρα από κάθε απόπειρα
πειθαρχία στον πλησίον που είναι ίδιος όπως εγώ
πειθαρχία στους νόμους για την προκοπή του συνόλου
πεθαίνω γνωρίζοντας κι ό,τι γνώρισα κληρονομώ
ακόμα να γνωρίσω θέλοντας γονατώ και κάνω υπακοή
αυτά είναι τα πόδια σου με τα καλίγια που φορούν
τα χέρια το κορμί το πρόσωπο και τα μαλλιά
στην κάθε περίπτωση που τυχαίνει να γνωρίσω
καμιά ιδέα αγαθού και καλού δεν θα επιτρέψω να τ’ αρνηθεί
η αγάπη πρέπει και τα κόπρανα να με μάθει να τρώω του άλλου
η γνώση μέσα μου μπαρούτι βόλια μαχαίρι μίσος
για όσους περιορισμένα θέλουν τη ζωή με σακάτικο σώμα
φέρνω τα ατομικά αγαθά στην κοινότητα για όλους
ευρύνω τον ορίζοντα πέρα απ’ τον ωκεανό
εκτείνω τη γη απ’ τους ουρανούς πέρα
δίχως φόβο τη ζωή του ανθρώπου πέρ’ απ’ τον θάνατο

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
« Last Edit: 08 Jul, 2017, 22:19:05 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69487
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: [Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός...]

2


Οδύνη θλίψη πόνος λύπη και στεναγμός
όταν συλλογιέμαι τα καθ’ εαυτόν
όταν μεμονωμένα εξετάζω τον απέναντι
όλα τα πάντα διαψεύδονται
όταν περιορίζω την εξέταση στην κίνηση
δίχως να ξεχωρίζω τον σκοπό που υπηρετεί
σκοπός της σαρκός σαρκικός άσαρκος
αισθητός με την σάρκα που την σκοτώνει
αγαπώ και το αγαπώμενο δεν είναι δικό μου
αγαπώ και στο αγαπώμενο δεν ανήκω
συμβατικά και κατά συνθήκη πλησιαζόμαστε
δεν λέω πως ψέματα μας πληροφορούν οι αισθήσεις
παραδομένος είμαι σαν φελλός στον Ωκεανό των αισθητών
απ’ το Βοριά ίσαμε τη Μεσημβρία
από τους πάγους ίσαμε τους τροπικούς
στην ίδια πρόχειρη μένουμε κατοικία
σ’ ένα ξύλινο σπίτι τον ανήφορο παίρνοντας
πριν ο στραβός κατήφορος με βγάλει αντίπερα
τα ονόματα των δρόμων στις δυο πλευρές
στον αριθμό η είσοδος δέκα επτά
πίσω απ' τα παράθυρα με τα παραπετάσματα
μέσα στις κάμαρες με την αισθητή εμπειρία
σαν τον κάθε χειρώνακτα εργάζομαι
κοπιάζω για τις μορφής μου τη συντήρηση
δεν είναι δυνατόν να ζήσω πολλά χρόνια
τέλος με διαλύει η αντιφατική πάλη
οι δαίμονες της σαρκός καταπολεμούνε τη σάρκα
τα γεννήματα τρων τον γεννήσαντα
γκρεμίζουν τους γονείς απ’ τον γεροντόβραχο
λογάρι τα περισωζόμενα λείψανα
καθημερινά μεταβαλλόμαστε σε αξίες
στο ισόγειο είναι το μαγαζί που συναλλάσσομαι
δίνω τη σάρκα μου και τρέφομαι με ξένη
δεν μπορώ να ξέρω τι αποτελώ
σήμερα ξύπνησα το πρωί νικητής
είδα στην πλώρη ν’ αρμενίζει έναν άγγελο
η κάθε στιγμή μας είναι έν’ άγαλμα
αυτές τις μορφές πιστεύω
έμορφη πανέμορφη πεντάμορφη
πόσο εξυμνείται το φυσικό άνθος υψηλά
απ’ τη γη της δουλείας το σηκώνουν τα χέρια μου
βλέποντάς με μου το προσφέρεις
επειδή σε είδα σου το χαρίζω
εμπλέκονται τα χέρια μας στους καρπούς
δεν πρόκειται για σένα ούτε για μένα
ατενίζοντας αναπαυμένα
υπάρχουμε οι δύο μαζί
όλοι μαζί σε μια κοινότητα
άντρες και γυναίκες όπως είμαστε
η βαριά υλική πέτρα κρατεί τ’ αχνάρι
σαν το φεστόνι της θάλασσας στον άμμο
η αγάπη των μαλλιών διαφυλάγεται
το ιερό και σεμνό χτένισμα
κάτι απ’ την ομοιότητα στα μάτια
μέσα στις πτυχές των ενδυμάτων
αιώνιες οι μορφές πορεύονται
λιτανεία επίσημη και εορταστική
πάν' από της πεθαμένης αγάπης τον τάφο
δεν κάθομαι τη συντέλεια περιμένοντας
πανηγυρίζοντας φαιδρώς ακολουθώ
βλέποντας το έργο των χεριών του ανθρώπου
γεμάτος αγαλλίαση τραγουδώ.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)
« Last Edit: 28 Jun, 2019, 16:49:37 by wings »


 

Search Tools