Author Topic: Γιώργος Θ. Βαφόπουλος  (Read 124359 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Πολυκατοικία
« Reply #30 on: 01 May, 2008, 00:29:42 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Πολυκατοικία

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

«Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα. Κοιμητήρι
μ’ αλλεπάλληλους πολυώροφους τάφους
νεκρών, που ροχαλίζουν.»

Η Πολιτεία, «Το δάπεδο»

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί
δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο
ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι
ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.
Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν
στο κρεματόριο του καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:
Είναι η αποφορά από το μαγειρείο
του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.
Εκείνος αναδίνει εξαίσιον άρωμα.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:20:29 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Συμπόσιο
« Reply #31 on: 10 May, 2008, 10:55:16 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Συμπόσιο

[Ενότητα Σάτιρες]

Πέφτοντας από δισταγμό σε δισταγμό,
μη ξέροντας αν πρέπει να δεχθώ,
πήρα, επιτέλους, την απόφαση να πάω.

Όμως, με το να μη μπορεί κανείς στην ώρα της
να πάρει μιαν απόφασην οριστική,
φτάνει συνήθως, όπως λεν, κατόπιν εορτής.

Εγώ εντούτοις έφθασα εν πλήρει εορτή.
Αλλά τούτο ποσώς δε μ’ ωφελούσε.
Είχαν ήδη κλεισθεί του πύργου οι θύρες.

Των συμποσιαστών οι άρρυθμες φωνές,
ανάκατες με ποτηριών τσουγκρίσματα
και με χυδαία γυναικών ξεφωνητά,
διήγειραν εντός μου την επιθυμία
σ’ ένα μικρό να σκαρφαλώσω παραθύρι.
Το τίμημα των δισταγμών μου τώρα
μου αποκαλύπτει ο ταπεινός αυτός φεγγίτης.

Αν είχα φτάσει πιο νωρίς, μπορούσε
κανένας άλλος αργοπορημένος
να ’χε στο παραθύρι σκαρφαλώσει.
Κάποιος άλλος μπορούσε να ’ναι μάρτυς
της κραιπάλης, του οικτρού μας συμποσίου.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:26:23 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το καλεντάρι
« Reply #32 on: 19 Jun, 2008, 08:25:24 »


Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Μαμαγκάκης, Έφυγες
(τραγούδι: Μαρία Δουράκη / δίσκος: 11 Λαϊκά Τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου (1972))


Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το καλεντάρι

[Ενότητα Προσφορά]

Ιδού, επέστη το πλήρωμα
του τρίτου έτους
της ουρανίας σου
μεταστάσεως.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβειαν ανοίγω.

Αγιότητος άρωμα,
του μαρτυρίου σου μόσχος,
στο κελί της μονώσεώς μου
διαχέει την θείαν ουσία του.

Ταπεινών ενθυμίων αντίκρυσμα.
Ευλαβής δακρύων σπονδή.

Ιδού, ανασύρω το λεπτό σου θερμόμετρο,
σε υποθερμίας βαθμό
σταματημένο.
Ιδού, εγγίζω
με τρέμοντα δάκτυλα
το φτωχό σου χτενάκι,
των μαλλιών σου χαλινάρι γλυκό.

Αλλά το δακρύρρυτο βλέμμα μου,
σ’ ευλαβείας αχλύν τυλιγμένο,
σταματά στο μικρό καλεντάρι,
όπου το βλέφαρο
της τελευταίας σου εγκοσμίας ημέρας
εκοιμήθη βαρύ.
«Δεκαέξι του μηνός Απριλίου.
Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».
Του μαρτυρίου σου το τελείωμα,
το ξανάνθισμα του δικού μου.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβεια σφραγίζω.
Των πτωχών σου ενθυμίων ο πλούτος,
με των πλουσίων μου δακρύων
την πτωχεία συγκερνάται.

«Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».

Εν Αγάπη μένε.
Εν Ειρήνη αναπαύου.
Λευκοτέρα χιόνος.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:13:14 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Η ελεγεία των αδελφών (ΙΙ)

[Ενότητα Η ελεγεία των αδελφών]

ΙΙ

Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμείνω τ’ αδέρφια μου νά ’ρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών σου βημάτων.

Όταν μέσα στη νύχτα τ’ αδέρφια μου κράζω,
που το ξέρω πως πια δεν μπορούν να μ’ ακούσουν,
στην καρδιά μου η πικρή παρηγόρια μου μένει,
πως τουλάχιστον εσύ να μ’ ακούσεις μπορείς.

Είσαι η σκεπή, που στεγάζει το σπίτι.
Είσαι η φωτιά, που πηδάει μες στο τζάκι.
Ο λύχνος, που τρώει το σκοτάδι.

Όμως δίχως τ’ αδέρφια μου είναι άδειο το σπίτι.
Είναι άδειο, είναι άδειο το σπίτι, Θεέ μου,
δίχως τ’ αδέρφια μου, που έχουνε φύγει,
το ματωμένο κρατώντας μαχαίρι.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:13:52 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες
« Reply #34 on: 21 Sep, 2008, 21:43:51 »


Άγγελος Σφακιανάκης, Τα κορίτσια απ’ την επαρχία
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ρηχά νερά (2003))


Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες

[Ενότητα Σάτιρες]

Μαζί μας τότε ζούσε η εμπνοή. Τα καλοκαίρια,
χαυνωμένοι απ’ τη ζέστη, ακούαμε τη φωνή της,
ή νομίζαμε πως την ακούμε. Οπωσδήποτε
τη μεταγράφαμε ευσυνείδητα σε στίχους.
Η εμπνοή τώρα δε ζει. Μ’ άλλους γνωστούς νεκρούς
κοιμάται κάτω απ’ τις ταφόπετρες των λεξικών.

Στο απόμακρο χωριό μας του νομού Πιερίας,
έρωτα κάμναμε με τα κορίτσια μιας γυναίκας,
που τη λέγαν Φροσύνη ή Μνημοσύνη ή κάτι τέτοιο.
Χάσαμε και τον έρωτα, σα φύγανε απ’ την επαρχία
και την τύχη τους ήρθαν να βρούνε στην πρωτεύουσα.

Η μια στο σπίτι μπήκε του κυρίου Παπαδοπούλου.
Άλλη πιάστηκε καθαρίστρια σε κατάστημα
μουσικών οργάνων και δίσκων γραμμοφώνων.
Η Μελπομένη τραγουδίστρια πήγε στα μπουζούκια.
Κι οι άλλες κάπως βολευτήκαν. Στην Αθήνα
δε χάνεσαι. Πάντα θα βρεις κάτι να κάμεις.

Μονάχα εσύ γυρίζεις σα χαμένος μες στους δρόμους.
Η εμπνοή πια δεν υπάρχει, για να παίζει μαζί σου,
πετώντας σου της Αριάδνης το κουβάρι. Τα κορίτσια
πιάσαν δουλειά και δε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν.
Ούτε μπορείς και τα όνειρά σου να φορτώσεις
στη ράχη εκείνου του άλογου με τις φτερούγες.
Μασκαρεμένο τώρα, κόκκινο βαμμένο, το ’χουν ζέψει,
της Μόμπιλ Όιλ να κουβαλά τους τενεκέδες.

Αν τουλάχιστο εκείνα τα βιβλία με τα «Γράμματα»
της κοσμικής κυρίας Ρενέ Μαρίας Ρίλκε
δεν είχαν γίνει μικρές χαρτοσακούλες για φιστίκια,
θα ’χες σε τούτο το λαβύρινθο της μοναξιάς σου,
κάποιον, έστω μονόφθαλμο, οδηγό προσανατολισμού.

Ώστε σωτηρία δεν υπάρχει; Μα, θαρρώ, σου μένει
το μηχανάκι σου. Καβάλησέ το μάνι-μάνι
και γρήγορα μπες στων άλλων τροχοφόρων τη σειρά.
Γύρους θα κάνεις ως την έσχατή σου μέρα,
στην τροχιά ενός ατέρμονος κοχλία.
Ευτυχώς
τα πρατήρια του κόσμου έχουνε πολλή βενζίνη.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:27:05 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Δίλημμα
« Reply #35 on: 02 Oct, 2008, 19:59:57 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Δίλημμα

[Ενότητα Σάτιρες]

Όταν ο ακέραιος, ο μόνος εαυτός μας
αντικριστά βρεθεί στο μέγα δίλημμα,
βάζουμε τότε τους άλλους δυο εαυτούς μας,
τα πλάσματα τούτα της βολής μας,
σ’ ένα δεινόν αγώνα πάλης μεταξύ τους.

Και σαν επιταγή δικαιοσύνης
της πάλης το αποτέλεσμα δεχόμαστε.
Επευφημούμε με χαρά το νικητή,
τούτον των ευσεβών μας πόθων τον φορέα.

Έπειτα ήσυχοι πηγαίνουμε να κοιμηθούμε,
βέβαιοι για την ακεραιότητα του εαυτού μας,
πεισμένοι πως αναγκασθήκαμε στην εκλογή μας
κατά το θέλημα του νικητή.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:25:58 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Πραιτόριο
« Reply #36 on: 17 Oct, 2008, 21:28:41 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Πραιτόριο

Πώς έγινε να μου φορέσουν τούτον τον μανδύα,
αυτή την ασήκωτη δικαστική τήβεννο;

Μ’ έσυραν έξω από της μοναξιάς μου το ενδιαίτημα
και μ’ ανέβασαν εντελώς αναπάντεχα
στην απότομη σκάλα του μεγάλου πραιτορίου.

Μου ’δωσαν στο ένα χέρι να κρατώ μια ζυγαριά,
για να ξεχωρίζω τους «εξαίρετους» απ’ τους «σημαντικούς».
Μου ’βαλαν στο άλλο μου χέρι ένα σπαθί,
για να καρατομήσω, δίχως έλεος, τους «ασήμαντους».
Όμως είχαν παραλείψει να μου δώσουν τη νομολογία
και της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας.

Εκείνη έχει την πείρα της αλάνθαστης δικαιοσύνης.
Κάποτε υποβιβάζει τους «εξαίρετους».
Κάποτε διαγράφει τους «σημαντικούς».
Κάποτε τυχαίνει να προάγει τους «ασήμαντους».

Πώς λοιπόν να μεταχειρισθώ τα στυγνά τούτα
όργανα της ανθρώπινης δικαιοσύνης;
Σ’ όλη μου τη ζωή δεν είχα κάμει άλλο,
παρά να ζυγιάζω μονάχα τη δική μου συνείδηση,
να καρφώνω το σπαθί της μονάχα στην καρδιά μου.

Η ζυγαριά τούτη δεν είναι για να ξεχωρίζει
το ειδικό βάρος των μελανωμένων χειρογράφων.
Είναι για να ζυγίζει μονάχα τις καρδιές,
που σημάδεψαν μ’ αίμα τα γραμμένα κείμενα.

Για να μετρά τα γεροντικά δάκρυα των ποιητών,
που δε γνώρισαν τη δόξα της μεγάλης αγοράς.

Και το σπαθί είναι όργανο μονάχα αυτοκτονίας,
στη μεγάλη κρίση της δικής μας συνείδησης.

Παρακαλώ, βοηθήστε με να κατεβώ
απ’ το πραιτόριο τούτο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Πάρτε απ’ τους κυρτούς μου ώμους
τον ασήκωτον αυτόν δικαστικό μανδύα.
Αφήστε με να γυρίσω στο καταφύγιο της μοναξιάς μου.

Καταθέτω στα πόδια της άλλης δικαιοσύνης
τα αμείλικτα όργανα της «συννόμου κρίσεως».

Συγχωρήστε με, αδελφοί μου, που κατέχετε
τους πρόσκαιρους τίτλους των «εξαίρετων»,
των «σημαντικών» και των «ασήμαντων».

Συγχωρήστε με, προ πάντων εσείς, Κύριε Υπουργέ
του Πολιτισμού και των Επιστημών.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:33:05 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το έπαθλο
« Reply #37 on: 07 Nov, 2008, 18:01:39 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το έπαθλο

[Ενότητα Προσφορά]

Είμαι ένας οδοιπόρος
δίχως ανάπαυση και δίχως ύπνο.
Πορεύομαι μέρα και νύχτα,
νύχτα και μέρα
στον ανηφορικό δρόμο, που περιζώνει
το σκοτεινό τούτο βουνό.

Δε βιάζομαι να φτάσω.
Ξέρω πως θα φτάσω.
Ο δρόμος είναι σίγουρος,
αφού τον διάβηκες πρωτύτερα εσύ.

Αναγνωρίζω τ’ αχνάρια των βημάτων σου,
αναγνωρίζω τ’ αχνάρια της αγάπης σου.

Στην κορυφή στέκεις
και μου γνέφεις εσύ.
Πάνω από το κεφάλι σου
τα πόδια ενός Αγγέλου.
Πάνω από το κεφάλι του Αγγέλου
τα πόδια του Θεού.

Το έπαθλο της οδοιπορίας μου θα ’ναι,
φτάνοντας στην κορυφή του κώνου,
φορτωμένος τα λουλούδια
που φύτρωσαν στο πέρασμά σου,
ν’ ακουμπήσω το ματωμένο μου κεφάλι
στη λευκή πέτρα των ποδιών σου,
στο πρώτο σκαλοπάτι του Θεού.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:12:40 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Στον ίδιο ρυθμό (15)
« Reply #38 on: 05 Dec, 2008, 01:13:24 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Στον ίδιο ρυθμό (15)

[Από την ενότητα Στον ίδιο ρυθμό]

15

Στη στέρνα μπρος την αργυρή δυο σκιές ακινητούνε.

Χλωμή έχουνε την όψη από το φέγγος της σελήνης
και τ’ απλανή τους βλέμματα θαμπώνει έκσταση ονείρου.

Ρίγη ηδονής στ’ ακίνητα νερά σκορπάει η σελήνη,
που στον υγρό καθρέφτη, απ’ τον ουράνιο της εξώστη,
την αργυρή της κόμη με νωχέλεια καθρεφτίζει.

Στην έκστασή τους δεν ακούν τη μουσική του απείρου,
ούτε και τις καρδιές τους, που την αρμονία ρυθμίζουν.

Στη στέρνα δυο σκιές χλωμές ακίνητες ρεμβάζουν.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:04:51 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το σύνορο
« Reply #39 on: 31 Dec, 2008, 15:14:46 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το σύνορο

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Για να περάσεις το σύνορο τούτο, πρέπει όλες
να ξεντυθείς τις μνήμες σου∙ ν’ αφήσεις στο κατώφλι
τον φόβο∙ ν’ ακουμπήσεις κάτω την αγάπη σου.
Οι άγιοι, βλέπεις, ταξιδεύουνε χωρίς αποσκευές,
γυμνοί από τις συγκομιδές τους των αισθήσεων.

Καθώς περνούνε, στέκονται για μια στιγμή∙ γυρίζουν
πίσω το πρόσωπο, σα να θυμούνται: φαίνεται
πως κάτι πάνω τους ξεχάσθηκε απ’ τα ρούχα τους.
Το τινάζουν και προχωρούνε: πέρ’ από τον χρόνο,
πέρ’ απ’ τη μόνωση και πέρ’ από τη σιωπή.

Το δάσος εκείνο που αισθάνεσαι, δεν είναι από δέντρα.
Είναι από βράχους: υποδύονται τα καινούργια
σώματα των αγίων, που το πνεύμα τους τούς κατοικεί.
Δεν κινούνται∙ δεν συνομιλούνε∙ δεν αισθάνονται.
Συνδέονται με βαθιές υπόγειες στοές,
και για τούτο μονάχα νοούνται μεταξύ τους.

Τα πουλιά τούτα, που βλέπεις σκοτωμένα, σάμπως
να ’χουν πέσει μ' ορμή πάνω στου σύνορου το τείχος,
δεν είναι πουλιά: είναι τα μικρά τους άδεια σώματα,
που τα ξεντύθηκαν, γιατί δεν είχαν άλλα ρούχα.
Τα πουλιά τώρα βρίσκονται μακριά∙ στους βράχους στέκονται.
Δεν τα βλέπεις∙ δεν τ’ ακούς∙ ούτε καν τα αισθάνεσαι.
Όμως υπάρχουν: πέρ’ απ’ την αγάπη κι απ’ τον χρόνο,
πέρ’ απ’ τη μόνωση και πέρ’ από τη σιωπή.

Με τα ρούχα σου τούτα να περάσεις δεν μπορείς.
Αλλά πώς να τα βγάλεις, αφού πάνω σου έχουνε φυτρώσει;
Αν τα ξεντυθείς δοκίμαζες, θα έμενες
ακέριος μέσα τους∙ τίποτε πια δε θα περίσσευε
απ’ ό,τι ήσουν ή απ’ ό,τι θα ’σαι, για να περάσει πέρα.

Είσαι ένα φύλλωμα γεμάτο μνήμες∙ μια χορδή
ανάμεσα στων παιδιών και των αγίων τεντωμένη,
που ο χρόνος, με δαχτυλιδένιες γύρω φλούδες,
απανωτά την έχει χτίσεις, σαν πανάρχαιο δέντρο.
Πώς βράχος να γίνεις, αφού εκείνος εννοεί μονάχα,
δίχως να αισθάνεται; Η παλλόμενη χορδή σου,
και χτισμένη ακόμα, από αισθήσεις διατρέχεται.

Είσαι ένα δέντρο. Και το ξέρεις πως τα δέντρα
δεν ταξιδεύουν∙ αισθάνονται μονάχα και θυμούνται.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:22:35 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Στον ίδιο ρυθμό (3)
« Reply #40 on: 25 Jan, 2009, 19:26:49 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Στον ίδιο ρυθμό (3)

[Ενότητα Στον ίδιο ρυθμό]

3

Σε περιμένω ακόμα κι ας το ξέρω πως δε θά ’ρθεις.

Την ώρα αυτή, από μια παλιά συνήθεια, πάντα σκύβω,
φυλλομετρώντας άσκοπα κάνα τυχαίο βιβλίο.

Μα ενώ καλά το ξέρω πως δε θα ξανάρθεις πίσω,
μου αρέσει στον εαυτό μου να υποβάλλω την ιδέα,
πως, κινημένη απ’ την παλιά συνήθεια, θά ’ρθεις πάλι.

Με την ελπίδα της αναμονής στο παραθύρι
σιμώνω κι εξετάζω τους διαβάτες που περνούνε.

Μα εσύ το ξέρω πως δε θα φανείς ξανά στο δρόμο.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:06:52 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Εφήμεροι έρωτες
« Reply #41 on: 16 Feb, 2009, 02:52:46 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Εφήμεροι έρωτες

[Ενότητα Δεκαοχτώ άλλα ποιήματα]

Η αγάπη μας αν πέθανε τίποτε δε σημαίνει,
παλιά μου αγαπημένη.
Οι αγάπες σαν πεθαίνουνε κι οι έρωτες σα σβήνουν
μιαν ανάμνησην αφήνουν.

Μια ανάμνηση δυο γαλανών θολών ματιών δε φτάνει
να ζούμε σε μια πλάνη;
Ένα πορτρέτο, που άλλοτε μου το ’χες δώσει, τάχα
δε φτάνει αυτό μονάχα;

Ας πέθανε η αγάπη μας κι ας ζούμε χωρισμένοι,
παλιά μου αγαπημένη.
Αρκεί μια ανάμνηση, γιατί η αγάπη μας αν ζούσε,
ποιος ξέρει τι μπορούσε...

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 19:55:44 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος: Θεσσαλονίκη! Θεσσαλονίκη!

[Ενότητα Δεκαοχτώ άλλα ποιήματα]

(Μονόλογος σε στιγμές πολύ θλιβερές)

Όταν, καμιά φορά, την τελευταίαν αυγή αντικρίσεις,
κι έξω απ’ τη θύρα σου, μ’ απογοήτεψη και φρίκη,
τον κρότο των συντριβομένων σου πλανών ακούσεις,
κι ούτε καιρός γι’ άσκοπες μεταμέλειες θα σου μένει,
στ’ άτονα βλέφαρά σου, που θα τα βαραίνει η οδύνη,
προσπάθησε μ' αγάπη, με στοργή να περικλείσεις
το εξαίσιον όραμα, το μέγα όραμα αυτής της πόλης,
που αγάπησες τόσο πολύ, που ελάτρεψες με πάθος.

Ο μέγας πόθος σου, που θα την στερηθεί για πάντα,
στην έξαψη των τελευταίων ονείρων σου ας την πλάσει
καθώς και τότε, όταν ευγενικές πλάνες γεμάτος,
νωχελικά έσερνες το βήμα στους στενούς της δρόμους.

Το απλόχωρο λιμάνι της με τα πυκνά καράβια,
που αψήφιστα της Μεσογείου τα ρεύματα διασχίζουν,
κι η προκυμαία, που απ’ των ναυτών το θόρυβο βουίζει,
στη σκέψη σου ας μετεωρισθούν, σα φευγαλέα εικόνα.

Όμως προσπάθησε πολύ, στου ονείρου σου τη δίνη,
να συγκρατήσεις δυο ματιών εξαίσιων την εικόνα,
που μ’ αγωνίαν, απ' του κλειστού παράθυρου τις γρίλιες,
στο υγρό λιθόστρωτο συντρόφευσαν τα βήματά σου.

Τ’ όραμα αυτό προσπάθησε ζωηρά να συγκρατήσεις,
γιατί από χίλιες άσκοπες ζωές πιότερο αξίζει
ο θάνατος κάτω από δυο γλυκών ματιών τον ίσκιο.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 19:59:03 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

Το ’χω ήδη πει: της αριθμητικής μου
η μόνη πράξη που έμεινε είναι η πρόσθεση.
Φαίνεται πως στην αρμονία του Σύμπαντος
η πρόσθεση ταυτίζεται με την αλήθεια.

Η αρχή μας βρίσκεται στην πράξη μιας προσθέσεως,
ενώ το τέλος μας σφραγίζεται με την προσθήκη
του ήδη τετελεσμένου στο αρχικώς υπάρχον.

Μετρώ λοιπόν τα σκαλοπάτια, που εν σπουδή
–όχι με βία, αλλά σπουδάζοντας– ανέβηκα.
Δεν απορώ πώς γρήγορα έτσι βρέθηκα
στο τρίτο κι εβδομηκοστό σκαλί της κλίμακος.

Ο αρχαίος αλχημιστής, που ο γέροντας της Βαϊμάρης
απ’ των περγαμηνών τη σκόνη τον ανέστησε
μες στο έκλαμπρο φως της πιο μεγάλης Ποίησης,
απ’ το ίδιο περίπου τούτο σκαλί είχεν εύρει
πως της σπουδής του ο μόχθος ήτανε μωρία.

Τώρα στοχάζομαι κι άλλον αρχαιότερο σοφό,
που εκείνος είχεν εύρει μόνο πως «ουδέν οίδεν».

Όμως ο πρώτος, σ’ ενός σήμαντρου τον ήχο,
που της μεγάλης Αναστάσεως έφερνε το μήνυμα,
στην κρίσιμη στιγμή, που ορίζει το εδώ απ’ το πέραν,
είχε δειλιάσει κι άφησε το χέρι του
απ’ τα χείλη του να τραβήξει το πικρό ποτήρι.

Ο άλλος με απλότητα κατέβασε το κύπελλο,
δίχως αηδίας μορφασμό ή οδύνης,
εξαγγέλλοντας τη σοφία τού «το μηδέν ειδέναι».

Στο εβδομηκοστό τρίτο τούτο σκαλοπάτι,
που είναι το μέτρο ισάριθμων ενιαυτών σπουδής,
τώρα καλούμαι αντίκρυ στον εαυτό μου να σταθώ,
για να εκτελέσω της στερνής
προσθέσεώς μου την πράξη.

Αλλά πώς το μηδέν να συντεθεί με τη μωρία,
όταν σημάνει η ώρα του αναπόφευκτου κυπέλλου,
αν πριν δεν εκδυθείς το ιμάτιο της σεμνότητας,
που την κρυφή σου φιλαυτία καλύπτει;
Αν δε βγάλεις το προσωπείο της δήθεν σωφροσύνης
απ’ την αυθεντική μορφή της αφροσύνης σου;
Αν της ματαιοδοξίας τη σκόνη δεν τινάξεις
απ’ το αρχικό πρωτογενές σου ρούχο;

Όμως κι αυτά τα ξεφλουδίσματα αρκετά δε θα ’ναι,
έτσι για να σταθείς ενώπιος ενωπίω,
αν απ’ το έσχατο σκαλοπάτι δεν εκσφενδονίσεις
και τις διόπτρες σου, που έβλεπες με δαύτες
τις θεατρικές του κόσμου παραστάσεις,
κι αν ακόμα την ακοή σου δε σφραγίσεις
στων θεατρίνων τα μεγάφωνα και στων σειρήνων
τα βάναυσα βραχνά δήθεν λαϊκά τραγούδια.

Η αναγωγή των παιδεμών σου σε μωρία,
με την απλή προσθήκη τού «μηδέν οίδα»,
ίσως να ’ναι το μυστικό κλειδί που ανοίγει
στων μακαρίων τον οίκο τη μεγάλη θύρα.

Αλλ’ αν δε σου δοθεί και τούτη η χάρη,
των μακαρίων το πνεύμα ν’ ανασάνεις,
κι αν άξιος δε σταθείς για να σε μακαρίζουν,
έστω και για τις δήθεν αγαθές προθέσεις σου,
νομίζω πως τουλάχιστο μπορείς να ψάλλεις
τους σύγχρονους μακαρισμούς των ημερών σου.

Μακάριος λοιπόν ο Σεφέρης, που δε βλέπει πια
των επιγόνων τα καμώματα και τις στροφές του,
από των μπουζουκιών τα τέλια κρεμασμένες.

Μακάριος κι ο αγαθός εκείνος Βάρναλης,
που των τυμπάνων δεν άκουγε τους κρότους,
γιατί της ακοής σπασμένα είχε τα τύμπανα,
κι ούτε πια τώρα βλέπει την απλή του πίστη
λάβαρο υψωμένο σε χέρια φωνασκούντων.

Μακάριος κι ο Παπατσώνης Nobilissimus,
που το προνόμιον έχει να μη βλέπει πια
τις φρεγάδες των ποντοπόρων τής ποιήσεως,
που εξήντα χρόνια παραδέρνοντας σε θάλασσες
φυκιών και στίχων, επί τέλους μπόρεσαν,
με τα καινούργια δανεισμένα κιάλια τους,
το ροβινσώνειο να ξεκρίνουνε νησί του.

Μακάριοι οι των παιδεύσεων γνόντες την μωρίαν,
οι την γλώσσαν αυτών συνέχοντες, μηδέν ειδότες,
ότι αυτοί τουλάχιστον δικαιωθήσονται
ως καταπότια εν τω στόματι της Λήθης.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:31:53 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66526
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Οι θύρες
« Reply #44 on: 17 Apr, 2009, 15:04:23 »
Γ. Θ. Βαφόπουλος, Οι θύρες

Κρούω και τούτη τη θύρα.
Ο σιωπηλός θυρωρός υποκλίνεται,
τραβώντας το μάνταλο πρόθυμος.
Και πίσω μου πάλιν ακούγεται
ο τελευταίος ασπασμός των θυρόφυλλων.

Κι άλλη μια θύρα, κι ακόμα μιαν άλλη.
Το ίδιο ανοίγονται πρόθυμα,
το ίδιο στριγγλίζει το μετάλλινο φίλημα.

Πόσες θύρες να ’χω τάχα περάσει
στον απέραντο τούτο διάδρομο;
Πόσα φράγματα εγκάρσια,
στην επάλληλη διαδοχή τους,
έκλεισαν πίσω μου;

Οι γυμνοί τοίχοι παράλληλοι τρίβουν
την παγωμένη τους ράχη
στης ανοιχτής μου παλάμης το ψάξιμο.

Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη θύρα.
Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη.

«Τῷ κρούοντι ανοιγήσεται».

Όμως δεν αρκεί
της θύρας μονάχα το χτύπημα.
Δεν αρκεί του σιωπηλού θυρωρού
η πρόθυμη υπόκλιση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951)

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)
« Last Edit: 10 Jul, 2019, 20:14:43 by wings »