demotivated -> αποθαρρυμένος, αποθαρρυμένη, αποκαρδιωμένος, αποκαρδιωμένη, χωρίς κίνητρα, χωρίς διάθεση, χωρίς όρεξη

Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790130
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
demotivated -> αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος, χωρίς κίνητρα
demotivate -> αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω, δεν δίνω κίνητρα
« Last Edit: 19 Aug, 2019, 16:13:38 by spiros »


 

Search Tools