θύλακας ή θύλακος; -> και τα δύο [γενική: θύλακα/θυλάκου | λόγιο: θύλαξ]

spiros · 1 · 7952

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812585
    • Gender:Male
  • point d’amour
θύλακας ο [θílakas] O5 & θύλακος ο [θílakos] O19 : 1. (λόγ.) μικρός σάκος ή κοιλότητα, ως όρος: α. (ανατ.) υμένας που σχηματίζει θήκη και που περιβάλλει όργανα του σώματος: Oι θύλακες των τριχών. β. (βοτ.) είδος καρπού με ξερό περικάρπιο μέσα στο οποίο συνήθ. υπάρχουν πολλά σπέρματα. 2. θέση που κατέχει ο αντίπαλος μέσα στο εχθρικό έδαφος: Mε ρίψεις αλεξιπτωτιστών δημιουργήθηκαν θύλακοι στα εχθρικά μετόπισθεν. Στην πόλη που κατέλαβε ο εχθρός έμεναν ακόμα μερικοί θύλακες αντίστασης. [λόγ. < ελνστ. θύλαξ, αιτ. -ακα & αρχ. θύλακος `ασκί, σάκος΄, σημδ.: 1α: γαλλ. sac· 1β: γαλλ. sac embryonnaire· 2: γαλλ. poche]
ΛΚΝ

θύλακας (ο) βλέπε θύλακος
θύλακος (ο) (θυλάκου | -ων. -ους) (λόγ.) 1. μικρός σάκος, σακούλι ΣΥΝ. σακίδιο, ταγάρι 2. ΑΝΑΤ. θήκη ή περίβλημα οργάνων τού σώματος: - δοντιών / τριχών 3. ΣΤΡΑΤ. η τοποθεσία όπου εισέρχονται και παραμένουν στρατεύματα σε τμήμα τού εχθρικού εδάφους, ενώ τα γύρω εδάφη εξακολουθούν να κατέχονται από τις εχθρικές δυνάμεις. Επίσης θύλακας (σημ. 3).
[ΕΤΥΜ. < αρχ. θύλακος «σάκος», αγν. ετύμου. Ο τ. θύλακας μεταπλ. τ. τού μτγν. θύλαξ «θύλακος, σάκος», πβ. ενήλικος - ενήλικας].
ΛΝΕΓ

θύλακος
Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει ποικίλες λειτουργίες. Συνήθως η δομή αυτή περιέχει μια κοιλότητα με υγρό και επιτελεί προστατευτική λειτουργία, όπως για παράδειγμα ο αρθρικός θ. Στον μικρό θ. (θυλάκιο) της ωοθήκης των θηλαστικών αναπτύσσονται τα ωάρια. Ο θ. αυτός αρχικά αποτελείται από ομάδα κυττάρων, ένα από τα οποία είναι το ωάριο, ενώ τα υπόλοιπα είναι τα επιθηλιακά που το περιβάλλουν. Τα τελευταία αυτά βρίσκονται σε διάταξη πολλών στρωμάτων. Στο στάδιο της ωρίμανσης του θ., στα ενδιάμεσα των κυττάρων του συγκεντρώνεται ένα διαφανές υγρό. Τα θυλάκια του θυρεοειδούς αδένα παράγουν τη θυρεοσφαιρίνη, ουσία που εμφανίζεται πριν από τον σχηματισμό των ορμονών του θυρεοειδούς. Στους θ. των τριχών που περιβάλλουν τη ρίζα και τον βολβό της τρίχας εκκρίνονται οι σμηγματογόνοι αδένες. Σημαντικό μέρος των λεμφικών θυλακίων βρίσκεται στον βλεννογόνο χιτώνα του πεπτικού συστήματος και των αναπνευστικών και ουροφόρων oδών. Ο θ. με τη μορφή των παϊερίων πλακών (πλάκες του Πάιερς), βρίσκεται στον βλεννογόνο του εντέρου. (Βοτ.) Ξερός, μονόχωρος καρπός με πολλά σπέρματα, που σχηματίζεται από ένα καρπόφυλλο και κλείνει με την κοιλιακή ραφή. Τα σπέρματα είναι τοποθετημένα στα άκρα του καρπόφυλλου. Ο θ. χαρακτηρίζει διάφορα φυτά των οικογενειών των μαγνολιιδών, των ρανουνγκουλιδών και των ροδιδών. Ο πιο απλός θ. μοιάζει με φύλλο, που έχει διπλωθεί στα δύο. Το ανώτερο μέρος του αντιστοιχεί στον ύπερο και το κατώτερο στον μίσχο. Από τον θ. σχηματίστηκαν οι άλλοι τύποι καρπών, όπως το κάρυο και ο χέδροπας.
* * *
ὁ (ΑΜ θύλακος)
μικρός σάκος, σακίδιο, μάρσιπος, ταγάρι
νεοελλ.
1. βοτ. καρπός με ξηρό διαρρηκτό περικάρπιο που περιέχει συνήθως πολλά σπέρματα
2. ανατ. θήκη, περίβλημα ή κοιλότητα σε σχήμα σάκου («θύλακος τριχών» — ο θύλακος που περιβάλλει τη ρίζα τών τριχών)
3. βιολ. φρ. «θύλακος τού Φαμπριτσιόνε» — θυλακοειδής σάκος τού τοιχώματος τού τελικού εντέρου στα νεαρά πτηνά
μσν.-αρχ.
το κοίλο τής σφαίρας
αρχ.
1. ο σάκος όπου είναι κλεισμένα τα αβγά τού τόνου
2. στον πληθ. οἱ θύλακοι
οι ευρείες αναξυρίδες (παντελόνια) τών Περσών και τών λοιπών Ασιατών, είδος βράκας
3. μτφ. για πρόσ. «θύλακος τις λόγων» — ένα σακούλι με λόγια, Πλάτ.
4. φρ. «δερῶ σε θύλακον» — θα σού αργάσω το τομάρι, θα κάνω σακί από το δέρμα σου, Αριστοφ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Έγιναν προσπάθειες συνδέσεως του με το θύω (I), οι οποίες όμως δεν θεωρούνται πειστικές. Μάλλον πρόκειται για δάνεια λ. Με την άποψη αυτή συνηγορεί και η κατάλ. -ακος που απαντά σε λ. μη ελληνικής προελεύσεως.
ΠΑΡ. θυλάκιο
αρχ.
θυλακίζω, θυλακίς, θυλακίσκιον, θυλακίσκος, θυλακίτης, θυλακόεις, θυλακούμαι, θυλακώδης, θυλλίς
μσν.
θυλάκη
νεοελλ.
θύλακος, θυλακίτιδα, θυλακώνω.
ΣΥΝΘ. θυλακοειδής
αρχ.
θυλακοτρώξ, θυλακοφόρος
νεοελλ.
θυλακολεονίδες, θυλακολέων, θυλακόσμιλος].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

ο θύλακας / θύλακος   ο θύλαξ (λόγ.)
του θυλάκου / θύλακα   του θύλακος (λόγ.)
το θύλακα / θύλακο   τον θύλακον (λόγ.)
θύλακα / θύλακε   θύλαξ (λόγ.)
οι θύλακες / θύλακοι   
των θυλάκων   
τους θυλάκους / θύλακες   τους θύλακας (λόγ.)
θύλακες / θύλακοι   
https://www.lexigram.gr/lex/newg/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BE#Hist1
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%82
https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B8%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82


Πολύ ενδιαφέρον νήμα. Απλώς να διορθωθεί το "θύλακας" σε "θύλακος", καθότι το πρώτο δεν υπάρχει και οφείλεται σε υποσυνείδητη παρείσφρυση του "φύλακας".
« Last Edit: 08 Apr, 2018, 16:12:59 by spiros »


 

Search Tools