κολικός ή κωλικός;

banned8 · 14 · 21258

banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
πάλευα με κάτι κολικούς για κανά τρίωρο

Τελικά, «κολικός» ή «κωλικός»; (Κατά το «ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός;».)
« Last Edit: 14 Oct, 2012, 13:24:13 by wings »


σα(ρε)μαλι

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1293
    • Gender:Male
  • Σταβανγκεριανό μου έαρ
Τελικά, «κολικός» ή «κωλικός»; (Κατά το «ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός;».)

Το νήμα εκτυλίσεται με βουκολικούς ρυθμούς.

Σοβαρά, πάντως, εσύ τι προτείνεις;
I can live everywhere in the world, but it must be near an airport -and a pharmacy, I would add.

Δεν είναι ο ύπνος της λογικής που γεννάει τέρατα, αλλά ο άγρυπνος ορθολογισμός που πάσχει από αϋπνίες.



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70222
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Πάντως ΜΕΛ και ΛΚΝ δίνουν το «κολικός».

ΛΚΝ:

κολικός
-ή -ό [kolikós] E1 : (ιατρ.) που αναφέρεται στο κόλον: Kολικές αρτηρίες. ~ πόνος, και ως ουσ. ο κολικός, οξύτατος πόνος που εντοπίζεται στην περιοχή του παχέος εντέρου. || (επέκτ., ως ουσ.) οξύτατος πόνος που προκαλείται από τη σύσπαση των μυϊκών τοιχωμάτων ενός κοίλου οργάνου, του οποίου το άνοιγμα έχει αποφραχθεί: ~ του νεφρού / των εντέρων. Hπατικός ~. Έπαθε κολικό.   [λόγ. κόλ(ον) -ικός & γαλλ. colique (θηλ.) για την αρρώστια < λατ. colicus < αρχ. κωλικός `που υποφέρει από κολικό΄ (δες στο κώλος)]


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male


tsioutsiou

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 583
Και επίσης, δες στον Μπαμπινιώτη (no pun intended).

Διαφωτίστηκα για τα εννιάμερα: "για κατάσταση ανάξια λόγου, άσχημη και ευτελή":)


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Προφανώς αναφερόμουν στο λήμμα «κωλικός», αμίμητε tsioutsiou, που δεν αντέχεις να μην αφήσεις την κουτσουλιά σου, αλλά δεν αντέχω κι εγώ να μη θυμίσω το σχετικό πολυκυκλοφορημένο ανέκδοτο (ενδεχομένως μύθευμα, μια και δεν το άκουσα με τα μάτια μου ούτε το είδα με τ' αφτιά μου). Αντιγράφω:

Σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή με θέμα το σεξ, γίνεται συζήτηση για το πρωκτικό σεξ. Ο έγκριτος επιστήμων (Σημ. δική μου: ο Ασκητής) πληροφορεί τους θεατές ότι δεν είναι κακό να απολαμβάνουμε το πρωκτικό σεξ, αρκεί να μεσολαβούν εννέα μέρες ανάμεσα σε κάθε επαφή, γιατί αυτό είναι το διάστημα που χρειάζεται για να επανέλθει ο πρωκτός στη φυσιολογική του θέση και κατάσταση.

Δεν περνούν 30 δεύτερα και τηλεθεατής τηλεφωνεί για να λύσει απορίες επί του θέματος.

Τηλεθεατής: «Είπατε ότι πρέπει να μεσολαβούν εννέα μέρες ανάμεσα...».

Επιστήμων: «Ναι, είναι απαραίτητο για να μην υπάρχουν στη συνέχεια προβλήματα. Τόσο χρειάζεται ο πρωκτός για να επανέλθει στην κανονική του κατάσταση». (σ.σ Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως)

Το σκέφτεται για λίγο ο τηλεθεατής και στη συνέχεια εκσφενδονίζει το αμίμητο: «Είναι αυτό που λέμε του κώλου τα εννιάμερα;»


σα(ρε)μαλι

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1293
    • Gender:Male
  • Σταβανγκεριανό μου έαρ
Quote
Διαφωτίστηκα για τα εννιάμερα: "για κατάσταση ανάξια λόγου, άσχημη και ευτελή":)

Για πες; Είναι, τελικά, η κυριολεκτική της σημασία συνώνυμη (ή τουλάχιστον παρεμφερής) με το παν μέτρον άριστον;

ΥΓ. Άτιμε, Νίκελ μου χάλασες το εφέ.
I can live everywhere in the world, but it must be near an airport -and a pharmacy, I would add.

Δεν είναι ο ύπνος της λογικής που γεννάει τέρατα, αλλά ο άγρυπνος ορθολογισμός που πάσχει από αϋπνίες.


tsioutsiou

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 583
Προφανώς αναφερόμουν στο λήμμα «κωλικός», αμίμητε tsioutsiou, που δεν αντέχεις να μην αφήσεις την κουτσουλιά σου

Αχ, και -τέτοιο που είναι το λήμμα- μου την έφερες κανονικά. Μ' άλλα λόγια "μιλάνε όλοι, μιλάν κι οι κ..."
("για ανθρώπους που εκφέρουν γνώμη ή ασκούν κριτική χωρίς να δικαιούνται ή να το αξίζουν")


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Και η απάντηση (στο αρχικό ερώτημα):

Αν κοιτάξουμε τους αρχαίους, γράφουν «κωλικός». Ο Γαληνός π.χ. είναι γεμάτος από «κωλικούς».

Γράφει ωστόσο στο OED (απλοποιώ):
from French colique, from Latin colic-us, from Gr. κολικός, of or pertaining to the κόλον (or κώλον), lower part of the intestinal canal. (The correct spelling was with ο, but apparently all the manuscripts have ω.)

Το λεξικό του Μπαμπ. από το «κολικός» παραπέμπει στο «κωλικός». Στο Σχολικό του, όπου δεν υπάρχει «κολικός», εξηγεί στο «κωλικός»: Προέρχεται από το ελληνιστικό επίθετο κωλικός < κώλον, εσφαλμένη γραφή του αρχ. κόλον. Συνεπώς, η λ. γράφεται ορθότερα κολικός.

Και αναρωτιέται κανείς: τα τελευταία πενήντα χρόνια τουλάχιστον τα λεξικά δίνουν «κολικός». Γιατί ξαφνικά αποφάσισε το λεξικό του Μπαμπ. να μας βγάλει στον αφρό την ορθογραφία των χειρογράφων, για να μας πει μετά ότι είναι λάθος; Στο κόλον είναι ο πόνος, κωλικός θα λέγεται;

Αυτά.
« Last Edit: 29 Jan, 2007, 10:12:53 by nickel »


F_idάνι

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3077
    • Gender:Female
Quote
Στο κόλον είναι ο πόνος, κωλικός θα λέγεται;

Quote
οξύτατος πόνος που προκαλείται από τη σύσπαση των μυϊκών τοιχωμάτων ενός κοίλου οργάνου, του οποίου το άνοιγμα έχει αποφραχθεί: ~ του νεφρού / των εντέρων. Hπατικός ~. Έπαθε κολικό.

Παιδιά, είναι προφανές. Ο κολικός δεν αναφέρεται μόνο στο κόλον, αλλά σε οποιοδήποτε κοίλο όργανο του οποίου το στόμιο έχει αποφραχτεί. Έχει ''κολλήσει'' δηλαδή.



user3

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 663
Εγώ το σχολικό του Μπ. δεν το έχω δει, αλλά αυτά που διάβασα από τον συνονόματο με εκνευρίζουν -δεν υπάρχει κανείς συντονισμός ανάμεσα στα δύο λεξικά; Εχουν δηλαδή συνταχθεί χριστιανικώς (= δεν γνωρίζει η αριστερά τι ποιεί η δεξιά); Και με ποια λογική οι πληροφορίες περί χειρογράφων κτλ. βρίσκονται στο σχολικό λεξικό και όχι στο εκτενέστερο ΛΝΕΓ;

« Last Edit: 28 Mar, 2009, 20:56:58 by spiros »


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Έφη, δεν θα κάτσω να διαβάσω ολόκληρο τον Γαληνό, αλλά φαντάζομαι ότι ονομάστηκε έτσι επειδή εντοπιζόταν στην περιοχή των εντέρων, ακόμα κι αν ήταν πόνος του νεφρού. Δεν ξέρουμε πώς το έγραφε ο ίδιος ο Γαληνός (πάντως, στους αρχαίους το «κώλον» με ωμέγα ήταν ένα από τα άκρα του σώματος, τους βραχίονες ή τα κανιά – άσχετο με το «κόλον»), αλλά στα χειρόγραφα έγινε «κωλικός» (όλο και επεμβαίνανε οι αντιγραφείς εκείνα τα χρόνια). Τα περί χειρογράφων, Νίκο, είναι στο OED.

Το λεξικό του Κριαρά και το ΛΝΕΓ του Μπαμπ. αργότερα λημματογράφησαν «κωλικός» και «κωλικόπονος», αποκαθιστώντας, υποτίθεται, την αρχαία ορθογραφία (η λέξη λημματογραφείται σαν «κολικός» εδώ και πάρα πολλά χρόνια). Στην τρίτη έκδοση του ΛΝΕΓ γράφει:
κολικός = αυτός που σχετίζεται με το κόλον (παχύ έντερο) [Ετυμ. ελληνογενής, ξένος όρος, αγγλικό colic]
κωλικός = σπασμωδικός πόνος στην κοιλιά, που εκδηλώνεται ξαφνικά και συνήθως προκαλείται από απόφραξη του εντέρου ή από πέτρες της χολής ή των νεφρών.

Η παρατήρηση εμφανίζεται στο Σχολικό. Αλλά για τις διαφορές ανάμεσα στο ΛΝΕΓ και το Σχολικό θα έχω να πω πολύ περισσότερα σε άλλη ευκαιρία.



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70222
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Και συμπληρώνω την ανάλυση του nickel:

ΛΚΝ

κόλον
το [kólon] O39 : (λόγ., ανατ.) τμήμα του παχέος εντέρου.  [λόγ. < αρχ. κόλον]

κώλος ο [kólos] O18 : (προφ.) 1α. οι γλουτοί: Tου ΄δωσε μια στον κώλο, εννοείται ξυλιά. Έχει ωραίο / μεγάλο κώλο. ΠAP Tα μεταξωτά βρακιά* θέλουν κι επιδέξιους κώλους. Aν δε βρέξεις* κώλο, δεν τρως ψάρι. Πότε ο Γιάννης* δεν μπορεί, πότε ο ~ του πονεί. Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο, για άνθρωπο ασήμαντο που νομίζει πως απέκτησε κάποια αξία και κάνει το σπουδαίο. ΦP και εκφράσεις (είναι) ~ και βρακί*. τα θέλει ο ~ μου, επιζητώ ή προκαλώ κτ. ενώ φαινομενικά, στα λόγια, το αρνούμαι. μου βγαίνει ο ~, κουράζομαι πολύ. μου έπιασε τον κώλο, με εκμεταλλεύτηκε ή με εξαπάτησε. θα σου κόψω τον κώλο, ως απειλή. αν σου βαστάει ο ~, αν τολμάς. στρώσε τον κώλο σου, για να δουλέψεις, να διαβάσεις κτλ. στήνω κώλο, υφίσταμαι ταπείνωση ή εξευτελισμό για να πετύχω κτ. χτυπώ τον κώλο μου κάτω, καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια. πήρε ο ~ του φωτιά*. βγάζει φωτιά* απ΄ τον κώλο του. γίναμε ~, μαλώσαμε. του κώλου, για κτ. άθλιο, τιποτένιο, ανάξιο λόγου. του κώλου τα εννιάμερα, για ανοησίες. μιλούν όλοι, μιλούν κι οι κώλοι, για άνθρωπο ανάξιο λόγου που παρεμβαίνει σε μια συζήτηση χωρίς να έχει κτ. ουσιαστικό να προσθέσει. || το πίσω μέρος ρούχων που εφάπτεται στους γλουτούς: Tρύπησε ο ~ του παντελονιού. β. τα νώτα: Tου γύρισε επιδεικτικά τον κώλο και έφυγε. 2. το πίσω ή το κάτω μέρος ορισμένων αντικειμένων: O ~ του αυγού. O ~ της βελόνας.  κωλάκι το YΠOKOP.  κωλαράκι το YΠOKOP.  κωλαράκος ο YΠOKOP.  κωλάρα η MEΓEΘ.  [μσν. κώλος < ελνστ. κῶλος `πρωκτός΄ < αρχ. κῶλον `μέλος του σώματος΄ (μεταπλ. με βάση την αιτ.), ή σφαλερή γραφή του αρχ. κόλον (δες λ.) από επίδρ. της λ. κῶλον ή επίδρ. στη λ. κόλον του λατ. culus `οπίσθια΄· κώλ(ος) -αράκι, -αράκος· κώλ(ος) -άρα


ΕΜΜ. ΚΡΙΑΡΑ, ΕΠΙΤΟΜΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

κώλος
ο.1α) Πρωκτός: Φορτουν. Δ΄ 307· β) τα οπίσθια: Πανώρ. Γ΄ 374·(ενίοτε στον πληθ.): εφάνησαν οι κώλοι της μεγάλοι χερομύλοι Σαχλ. B΄ PM 539.2) Το εσώτατο σημείο, μυχός (ενός κόλπου): Έχει απέσω εις τον κώλον του κόρφου … λιμνιώναν Πορτολ. A 264.3) (Προκ. για πλοίο) πρύμνη: στρόπες του κώλου και της πλώρης Kαραβ. 50222. [<αρχ. ουσ. κώλον ή κόλον (με γρ. κώ-) με αλλαγή γένους, πιθ. από επίδρ. του λατ. culus. Η λ. τον 4. αι. (Ληναίου 1935: 79-80· βλ. αυτ. 82 σημ., L-S Suppl., στη λ., Σούδα, λ. πρωκτός), στο Meursius (κό-) και σήμ.]

κώλον (I) το. Mέλος· (εδώ στον πληθ.) λείψανα, πτώματα: Σατιρ. ποίημ. 2938. [αρχ. ουσ. κώλον. H λ. και σήμ. ιδιωμ.]

κώλον (ΙI) το.1) Tο απευθυσμένο έντερο, πρωκτός· (συνεκδ.) τα οπίσθια: Oρνεοσ. αγρ. 52623.2) (Προκ. για φυτό ή καρπό φυτού) το πάνω μέρος, το αντίθετο του μίσχου: βελονίου κώλον Σταφ., Iατροσ. 7186. [διαφορ. γρ. του αρχ. ουσ. κόλον (βλ. L-S, λ. κόλον II και λ. κώλον II 6)]


Tsioutsiou, μη βγάλεις άχνα γιατί μετά θα τα θέλει ο κώλος σου κι εσένα (βλέπε ΛΚΝ).:-))))))))))))))))))



 

Search Tools