berry season -> εποχή των φρούτων του δάσους

sinis_smooth

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2996
    • Gender:Male
Male grizzly bears were found closer to low-volume roads than females, but they crossed roads less often than females, particularly during the berry season.

Υπάρχει κάποια επιστημονική απόδοση εδώ;
« Last Edit: 12 Jun, 2010, 16:01:13 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813197
    • Gender:Male
  • point d’amour


sinis_smooth

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2996
    • Gender:Male
Α, και τότε οι αρκούδες περνάνε το δρόμο για να πάνε να τα φάνε, προφανώς! Ευχαριστώ!


mavrodon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 6585
    • Gender:Male
Επειδή στην Ελλάδα με τη λέξη "μούρα" εννοούμε συνήθως μια κατηγορία φρούτων της οικογένειας "μορείδες" (mulberries) (βλ. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BF) και παρόλο ότι, εννίοτε, με αυτή τη λέξη εννούνται όλα αυτά τα φρούτα (βλ. http://www.worldlingo.com/ma/enwiki/el/Berry), θα πρότεινα "φρούτα του δάσους" τα οποία στο σύνολό τους είναι διάφορες κατηγορίες μούρων.




wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70814
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ή απλώς «η εποχή των μούρων», «η εποχή των φρούτων του δάσους».

ΛΚΝ

εποχή
η [epo<x>í] O29  : 1α.καθεμιά από τις τέσσερις υποδιαιρέσεις του ηλιακού έτους: Oι τέσσερις εποχές του έτους: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και χειμώνας. Kάθε ~ έχει τα δικά της χαρακτηριστικά από άποψη τόσο καιρικών συνθηκών όσο και συμπεριφοράς των ζώντων οργανισμών. β. περίοδος του έτους που τη χαρακτηρίζουν καιρικά φαινόμενα, καιρικές καταστάσεις ή στην οποία γίνεται, συμβαίνει κτ. συγκεκριμένο: Έτσι που έγινε ο καιρός δεν έχουμε παρά δύο μόνο εποχές: το χειμώνα και το καλοκαίρι. H ~ των βροχών / της ξηρασίας / των μουσώνων. H ~ που έρχονται / που φεύγουν τα χελιδόνια. H ~ που ωριμάζουν τα πορτοκάλια / οι ντομάτες. Φρούτα / λαχανικά εποχής, που παράγονται κανονικά κατά την εποχή αυτή. ANT εκτός εποχής. Έχει τη μανία να ψωνίζει φρούτα / λαχανικά εκτός εποχής. Θέλω λαχανικά εποχής και όχι θερμοκηπίου. || διάστημα του έτους κατάλληλο για ορισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα: H ~ του θερισμού / του τρύγου / του κυνηγιού. Eίναι ~ για ορειβασία. H ~ είναι προχωρημένη. || (ειδικότ.) για εμπορικές, οικονομικές κτλ. δραστηριότητες· σεζόν: Aρχή / τέλος εποχής. 2α. χρονική περίοδος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: H ~ μας, αυτή που ζούμε. Άλλες εποχές τότε!, σε αντιδιαστολή με την εποχή μας. H παλιά καλή ~. H ~ μου, όταν ήμουν νέος ή ώριμος. Zούμε στην ~ της ταχύτητας και της πληροφορικής. || χρονική περίοδος που χαρακτηρίζεται από γεγονότα ή καταστάσεις με ιδιαίτερη σημασία: Tην ~ που γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί ζούσαμε στην Aθήνα. Tην ~ που πήρα το πτυχίο γνωριστήκαμε. (έκφρ.) είναι κτ. της εποχής, είναι μοντέρνο ή τη χαρακτηρίζει. ΦP η ~ των ισχνών / παχιών αγελάδων*. αφήνω* ~. ζει* σε άλλη ~. β. περίοδος του ιστορικού παρελθόντος που τη θεωρούμε ενιαία: Aρχή / τέλος / πνεύμα / χαρακτηριστικά μιας εποχής. ~ ακμής / παρακμής. Aρχαϊκή / κλασική / ελληνιστική / ρωμαϊκή / βυζαντινή ~. Kτίσμα / έργο / πολιτισμός ορισμένης εποχής. Mόδα / έπιπλα / ρούχα κτλ. εποχής, που ανήκουν στην εποχή για την οποία γίνεται λόγος. || (σε σχέση ιδίως με ορισμένο ιστορικό γεγονός): H ~ της Aναγέννησης / των γεωγραφικών ανακαλύψεων / του μπαρόκ / της γαλλικής επανάστασης / της αποικιοκρατίας / του μεσοπολέμου / του ψυχρού πολέμου. || (με γεν. προσ.) για να δηλωθεί η περίοδος κατά την οποία έδρασε κάποια ιστορική προσωπικότητα, ένα ιστορικό πρόσωπο κτλ.: H ~ του Oμήρου / του Περικλή / του M. Aλεξάνδρου / του Aυγούστου / του Xριστού / του Kαρλομάγνου / του Nαπολέοντα / του Bενιζέλου. Ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής / ζωγράφος της εποχής του. || (ως χαρακτηρισμός περιόδων της προϊστορίας): H ~ του λίθου / των μετάλλων, κατά την οποία ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε πέτρινα / μεταλλικά εργαλεία. Παλαιολιθική / νεολιθική ~. || (ως υποδιαίρεση γεωλογικών περιόδων): H ~  των παγετώνων.   [ελνστ. & λόγ. < ελνστ. ἐποχή `σημείο όπου φαίνεται να σταματάει ένα άστρο κατά το απόγειό του, χρονική περίοδος΄ & λόγ. σημδ. γαλλ. époque (< ελνστ. ἐποχή), période (< αρχ. περίοδος)]



 

Search Tools