box -> κιβώτιο, κουτί, κασόνι, κυτίο, κυτίον, θάλαμος, πλαίσιο, κάθισμα αμαξηλάτη, κάθισμα πηδαλιούχου, θεωρείο θεάτρου, χώρισμα σταύλου, χώρισμα φορτηγού για άλογο, μποξ, μικρό εξοχικό περίπτερο, έδρα ενόρκων, βάθρο εξεταζόμενου μάρτυρα, καλύβα, αιδοίο, καταφύγιο, σκοπιά, προστατευτικό κιβώτιο, λιποκιβώτιο, πιστόνι, πλαίσιο, συσκευάζω, πακετάρω, χαράζω για να συλλέξω χυμό, καταθέτω, φάπα, καρπαζώνω, πυγμαχώ, παίζω μποξ, πύξος ο αειθαλής, ξύλο πύξου, πυξάρι, μεγάλη περιοχή, περιοχή του πέναλτι, περιοχή

Offline sinis_smooth

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2997
    • Gender:Male
box -> κουτί, κιβώτιο, κασόνι, πλαίσιο, θεωρείο θεάτρου, θάλαμος, ιδιαίτερο θεωρείο θεάτρου, χώρισμα σταύλου ή φορτηγού για άλογο, μποξ, μικρό εξοχικό περίπτερο, έδρα ενόρκων, καλύβα, αιδοίο, καταφύγιο, σκοπιά, πυγμαχώ, παίζω μποξ

The report suggested avoiding such wetland types as bogs or fens that are difficult to restore and paying special attention to riparian wetlands. The report recommended that self-sustaining wetlands be the goal of mitigation or restoration. The report’s operational guidelines for self-sustaining wetlands are listed in Box 4-2.

Έχω κολλήσει εδώ! Πώς αποδίδεται το Box; Το κείμενο είναι από την ιστοσελίδα http://books.nap.edu/openbook.php?record_id=11535&page=117 (απ'ότι βρήκα). Ευχαριστώ!
« Last Edit: 03 May, 2014, 22:12:02 by spiros »





Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 748026
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
box -> κιβώτιο, κουτί, κασόνι, θάλαμος, κάθισμα αμαξηλάτη ή πηδαλιούχου, ιδιαίτερο θεωρείο θεάτρου, χώρισμα σταύλου ή φορτηγού για άλογο, μποξ, μικρό εξοχικό περίπτερο, έδρα ενόρκων, βάθρο εξεταζόμενου μάρτυρα, καλύβα, καταφύγιο, σκοπιά, προστατευτικό κιβώτιο <εξαρτημάτων>, λιποκιβώτιο <άξονος>, πιστόνι, (τυπ.) πλαίσιο, the box (αργκό)τηλεόραση, χαζοκούτι, box car βαγόνι μεταφορών, box girder (οικοδ.) τετράγωνη δοκός, θέση, ρμ. συσκευάζω, πακετάρω, χαράζω για να συλλέξω χυμό <κορμό δέντρου>, (νομ.) καταθέτω <αγωγή>, box in, box up κλείνω, (κν). στριμώχνω, box the compass (ναυτ.) απαριθμώ τα 32 σημεία της πυξίδας, (μεταφ.) επανέρχομαι στην αρχική μου γνώμη, κάνω στροφή 180 μοιρών, box off (ναυτ.) αντηνεμώ, αντιβάλλω, (κν). κάνω ρουμπί, box about (ναυτ.) περιφέρομαι, box up (αργκό)τα κάνω θάλασσα, κακοφτιάχνω
ουσ. φάπα, ρμ. (κν). καρπαζώνω, πυγμαχώ, παίζω μποξ
Penguin Hellenews English-Greek dictionary

box [synonyms]

v. 1 fight, engage in fisticuffs, spar, battle: When he was in the army, he boxed for his regiment.
2 strike, buffet, punch, hit, Colloq slug, sock, whack, thwack, clout, belt, thump, lambaste, whomp: Every time she heard him swear, she’d box his ears.
n.3 blow, buffet, punch, hit, strike, Colloq slug, sock, whack, thwack, clout, belt, thump, whomp: How would you like a box on the ear, you young rascal!


n. 1 case, receptacle, crate, carton, container, casket, coffer, caddy, chest: She keeps her valuables in a small tortoise-shell box on the dressing-table.
v.2 crate, encase, package: The candles are boxed in dozens.
3 box in or up. trap, confine, bottle up, hem in, enclose, surround; pin down: They have the horses boxed in and are now driving them into the corral.




[synonyms for box]
« Last Edit: 18 Sep, 2012, 10:36:20 by spiros »








Offline dnassibian

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1364
    • Gender:Female
    • dnassib
ε, εντάξει, το c..t είναι 'in a league of its own' -- το μ...ί είναι πιο Light, δηλαδή, το λες και στο τσακίρ κέφι στο dinner table, σε αντίθεση με το see-you-next-tuesday :-p εγώ, προσωπικά, το μ...ί θα το μετέφραζα πιο συχνά ως 'pussy' -- αν είχα την ευτυχία, βεβαίως, να μεταφράζω τέτοιου είδους, ερμμμ, λογοτεχνία.

ένα άλλο συνώνυμο που επίσης δεν είδα να υπάρχει στο φόρουμ είναι και το fanny.... αλλά ίσως δεν είναι πρέπον ν' ανοίξουμε ΑΥΤΟ το κουτί της πανδώρας!
non compos mentis


Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 748026
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Νομίζω ότι το pussy είναι πολύ πιο χαϊδευτικό και light (και έχει και ένα σωρό άλλες χαριτωμένες σημασίες). Το c..nt έχεις σχεδόν όλες τις αντίστοιχες χρήσεις και στα ελληνικά (και για χρήση ως βρισιά προς άντρα φερ' ειπείν) και είναι ο πιο χυδαίος αγγλικός όρος. Το pussy έρχεται δεύτερο και καταϊδρωμένο στον δείκτη χυδαιότητας.

Δεν είναι τυχαίο που στους ευφημισμούς λένε "f-word", "c-word" αλλά όχι p-word.



pussy
(colloquial, now rare) An affectionate term for a woman or girl, seen as having characteristics associated with cats such as sweetness. [from 16th c.]
(informal) An affectionate term for a cat. [from 17th c.]
(vulgar, slang) The female genitalia; the vulva or vagina. [from 17th c.]
You have a lovely pussy!
Anything soft and furry; a bloom form, or catkin, as on the pussy willow. [from 19th c.]
(vulgar, slang, uncountable) Sexual intercourse with a woman. [from 20th c.]
I’m gonna get me some pussy tonight.
(vulgar, slang, chiefly North America) A coward, a weakling; someone unable to stand up for himself.
https://en.wiktionary.org/wiki/pussy

cunt
(vulgar, colloquial, countable) The female genitalia, especially the vulva.
(vulgar, offensive, colloquial, countable) An extremely unpleasant or objectionable person (in US, especially a woman; in UK or Ireland, more usually a man).  
(UK, New Zealand, vulgar, colloquial, countable) An objectionable object or item.
Fix the car? I’ll sort the cunt out at the weekend.
(UK, Australian, Ireland, New Zealand, Scotland, vulgar, colloquial) An unpleasant or difficult experience or incident.
I had a real cunt of a day. It was a cunt of an experience getting through it.
(vulgar, colloquial, countable and uncountable) A woman, women, or bottom as a source of sex.
I’m going to hit the clubs and see if I can get me some cunt.
(Australian, New Zealand, UK, vulgar, positive, colloquial, countable) A person (mostly between male friends); compare bastard.
https://en.wiktionary.org/wiki/cunt
« Last Edit: 18 Sep, 2012, 13:57:58 by spiros »





Online spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 748026
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
μεγάλη περιοχή, περιοχή του πέναλτι, περιοχή

Μεγάλη περιοχή ή περιοχή του πέναλτι ή απλά περιοχή (αγγλ.: penalty area) στο ποδόσφαιρο είναι μια περιοχή του αγωνιστικού χώρου κοντά στο τέρμα. Υπάρχει από μια τέτοια περιοχή σε κάθε μια από τις δύο πλευρές του γηπέδου.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CE%AE


BOX: The box means the penalty area. Sometimes called the 18-yard box, to distinguish it from the goal area, which is the 6-yard box (for those with a metric turn of mind, the corresponding measurements are 16.5 meters and 5.5 meters).
Soccer Terms Glossary
« Last Edit: 03 May, 2014, 22:11:46 by spiros »


 

Search Tools