Author Topic: αβρόχοις ποσί -> scot-free, without wetting one's feet, without repurcussions, effortlessly, without having to pay a price for it, without taking any risks, without suffering any consequences, dry-shod  (Read 2971 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 694234
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
αβρόχοις ποσί -> without repurcussions, without having to pay a price for it, effortlessly, without taking any risks, without suffering any consequences;

Literally "with dry legs"
Κυριολεκτικά, «με στεγνά πόδια».

Αβρόχοις ποσί: Η λέξη ποσί είναι δοτική πληθυντικού του ουσιαστικού ο πους του ποδός που σημαίνει το πόδι. Η λέξη αβρόχοις είναι επίσης δοτική πληθυντικού του επιθέτου άβροχος (από το στερητικό α και το βροχή) και σημαίνει ο μη βραχείς, αυτός που δεν είναι βρεγμένος. Η φράση αβρόχοις ποσί κυριολεκτικά σημαίνει με μη βρεγμένα πόδια, με στεγνά πόδια και μεταφορικά σημαίνει χωρίς συνέπειες, χωρίς ζημιά: π.χ. Ξεπέρασε το πρόβλημα που προέκυψε αβρόχοις ποσί. Αντιπαρήλθε τις παγίδες των αντιπάλων του αβρόχοις ποσί.
http://www.cyta.com.cy/pr/newsletter/Archive2005/July/Glossika/glossika.html
« Last Edit: 22 Jun, 2013, 22:58:24 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 67455
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
ΛΚΝ

άβροχος
-η -ο [ávroxos] E5  : 1.(για μήνα, εποχή κτλ.) που κατά τη διάρκειά του δεν έχει βρέξει ή δε βρέχει συνήθ.: ~ μήνας. ~ καιρός. Tο καλοκαίρι πέρασε άβροχο. ΠAP M΄ άβροχο Φλεβάρη, λιγοστό σιτάρι. Aύγουστος ~, μούστος άμετρος. 2. που δε βράχηκε, άβρεχτος. (λόγ.) ΦP αβρόχοις ποσί, χωρίς κόπο, χωρίς προσπάθεια.  [αρχ. ἄβροχος]




eltheza

  • Sr. Member
  • ****
  • Posts: 921
  • Gender: Female
    • Eltheza
    • Eltheza
Hi!

This may be a possible rendering, too: scot-free (unharmed or unpunished).

I don't think it has anything to do with Scottish people; it originates from Old English, 'sceot', which meant 'payment'.

I'll leave it to the experts to decide whether it fits :-)!

Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα (Σωκράτης)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 694234
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Excellent suggestion -:)

From Old English scotfreo (“exempt from royal tax”), See scot + free
(colloquial) Without consequences or penalties.
to get off scot-free (to get away without penalty; to beat the rap)
https://en.wiktionary.org/wiki/scot-free

(UK Historical) A local tax, paid originally to the lord or ruler and later to a sheriff.
From Germanic *skot-. Cognate with Old Frisian skot, Old Saxon sīlscot, Old High German scoz (German Schoß), Old Norse skot
https://en.wiktionary.org/wiki/scot


eltheza

  • Sr. Member
  • ****
  • Posts: 921
  • Gender: Female
    • Eltheza
    • Eltheza
Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα (Σωκράτης)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 694234
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV