Author Topic: αλήστου μνήμης -> of immortal memory, of undying memory, unforgettable, never to be forgotten, unforgotten, memorable, late, memorable, impossible to forget, never to be forgotten  (Read 1692 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 684218
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
αλήστου μνήμης -> unforgettable, never to be forgotten, unforgotten, memorable, late;

Έχω την αίσθηση ότι είναι κάπως ειρωνική η έκφραση. Έχουμε κάτι αντίστοιχο αγγλικά;

άληστος -η -ο [álistos] E5 : αλησμόνητος, μόνο στη λόγια έκφραση ο / η / το αλήστου μνήμης, για κπ. ή για κτ. πολύ δυσάρεστο που παραμένει έντονο στη μνήμη μας: Oι αλήστου μνήμης απριλιανοί δικτάτορες.   [λόγ. < αρχ. ἄληστος]
ΛΚΝ

άληστος, -ος, -ο (αρχαιοπρ.) αλησμόνητος, αξέχαστος στη ΦΡ αλήστου μνήμης: ο - Μ. Χατζιδάκις || (κ. ειρων.) η - Καθαρεύουσα ΣΥΝ. αείμνηστος, αοίδιμος
[ΕΤΥΜ μτγν. < ά- στερητ. + λήθω «ξεχνώ». Ήδη στον Ευσέβιο (4ος αι. μ.Χ ) μαρτυρείται η φρ. μνήμης άληστου τούτους ήξίωσαν.]
ΛΝΕΓ

άληστος -ος, -ον επίθ.  αλησμόνητος | φρ. αλήστου μνήμης, αείμνηστος
[<μτγν. /áληστος < αρχ. /áλαστος < 'á στερητ. + λανθάνω]
ΜΕΛ

άληστος (ἄληστος, -ον)· 1. αυτός που δεν μπορεί να λησμονηθεί, αλησμόνητος, αξέχαστος· «ο αλήστου μνήμης...», ο αλησμόνητος· 2. αυτός που δεν λησμονά, δεν ξεχνάει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ- στερητ. + λήθω -ομαι* παράλληλος τ. τού ρημ. λανθάνω -ομαι. Βλ. και ἄλαστος].
ΠΑΠΥΡΟΣ
« Last Edit: 30 Mar, 2012, 11:38:13 by spiros »


eltheza

  • Sr. Member
  • ****
  • Posts: 921
  • Gender: Female
    • Eltheza
    • Eltheza
(of) immortal memory (?)

(See: http://www.auldlangsyne.org/addresses.html)

(of) undying memory (?)

(See: http://distributist.blogspot.com/2008/10/belloc-speaks-to-undying-memory.html)

There's an air of irony about these expressions in English, because they're somewhat 'over the top' (OTT) :-)!
Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα (Σωκράτης)