metallicity -> μεταλλικότητα, περιεκτικότητα σε μέταλλα;

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816718
    • Gender:Male
  • point d’amour
metallicity -> μεταλλικότητα, περιεκτικότητα σε μέταλλα;

In astronomy and physical cosmology, the metallicity of an object is the proportion of its matter made up of chemical elements other than hydrogen and helium. Since stars, which comprise most of the visible matter in the universe, are composed mostly of hydrogen and helium, astronomers use for convenience the blanket term "metal" to describe all other elements collectively. Thus, a nebula rich in carbon, nitrogen, oxygen, and neon would be "metal-rich" in astrophysical terms even though those elements are non-metals in chemistry. This term should not be confused with the usual definition of "metal"; metallic bonds are impossible within stars, and the very strongest chemical bonds are only possible in the outer layers of cool K and M stars. Normal chemistry therefore has little or no relevance in stellar interiors.
https://en.wikipedia.org/wiki/Metallicity

Στην αστρονομία, η αφθονία των στοιχείων διάφορων του Η και του He λέγεται μεταλλικότητα, και συνήθως εκφράζεται με το ποσοστό του σιδήρου προς το υδρογόνο σε σύγκριση με τον Ήλιο. Για αυτό το σμήνος, η μετρημένη αφθονία του σιδήρου ισούται με
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%AD_4

Πέρα από τα κύρια φυσικά μεγέθη που προαναφέρθηκαν, ένας ηλιοειδής αστέρας έχει και ταχύτητα περιστροφής, καθώς και περιεκτικότητα σε βαρύτερα του He στοιχεία της ύλης («μεταλλικότητα») παρόμοιες με τις ηλιακές, ενώ η λαμπρότητά του παραμένει πρακτικά σταθερή, όπως και η λαμπρότητα του Ήλιου μας. Οι παρατηρήσεις των ηλιοειδών αστέρων είναι σημαντικές για την καλύτερη κατανόηση των ιδιοτήτων του ίδιου του Ήλιου σε σχέση με άλλους αστέρες, καθώς και την κατοικησιμότητα των πλανητών.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CF%82_%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82

μεταλλικός -ή -ό [metalikós] E1 : που έχει σχέση με τα μέταλλα. 1α. που είναι κατασκευασμένος από μέταλλο· μετάλλινος: Mεταλλική πόρτα. Mεταλλικό εργαλείο / νόμισμα / έπιπλο. Mεταλλική δραχμή, που η αξία της καθορίζεται με βάση την αξία του χρυσού. β. που περιέχει σε διάλυση μέταλλα: Mεταλλικό νερό. Mεταλλικά άλατα. Mεταλλική πηγή, που βγάζει μεταλλικό νερό. 2α. που προέρχεται από μέταλλα: Mεταλλική λάμψη. ~ ήχος / θόρυβος. β. που έχει κάποια ιδιότητα των μετάλλων: Mεταλλική φωνή, ηχηρή και καθαρή. [λόγ. < ελνστ. μεταλλικός, αρχ. σημ.: `που ανήκει σε μεταλλείο΄]
ΛΚΝ
« Last Edit: 14 Jul, 2010, 07:40:34 by spiros »


 

Search Tools