σενάζ -> concrete zoning, tie system, concrete wall ties, chainage

spaceoddity

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1206
    • Gender:Female
σενάζ, σενάζι -> concrete zoning, tie system, concrete wall ties, chainage

είναι η λωρίδα οπλισμένου σκυροδέματος που τοποθετείται στο μέσο περίπου της τοιχοποιίας, για ενίχυση. Σενάζια τα λένε οι μαστόροι, και η λέξη έχει προέλθει από το αγγλικό chainage... ωστόσο δεν ξέρω κατά πόσον οι ξένοι είναι εξοικειωμένοι με τον δικό τους όρο, ή αν χρησιμοποιούν κάτι άλλο... εγώ συνήθως βάζω chainage και σε παρένθεση strip of reinforced concrete.
« Last Edit: 03 Oct, 2013, 10:52:57 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70669
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou


nimatiks

  • νηματώδης
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 150
    • Gender:Male
  • ...I'm just a man, still learning how to fall...
chaînage: η λέξη αυτή είναι γαλλική...

http://atilf.atilf.fr/dendien/scripts/fast.exe?mot=chainage

CHAÎNAGE, subst. masc.
A. ARCHIT. et MAÇONN. Consolidation d'un mur au moyen de longrines ou de fer à crampons placés dans l'épaisseur du mur. [Cette place] avec ses trente-cinq pavillons de brique rose à chaînages de pierre, qu'Henri IV a nommé la Place Royale (BRASILLACH, Pierre Corneille, 1938, p. 89); cf. chaîne II A 1 b et chaîner A.
B. ARPENT. Action de mesurer un terrain avec une chaîne d'arpenteur. Le chaînage, sur les terrains inclinés, doit toujours être fait horizontalement (Lar. 19e); cf. chaîne I A 1 a et chaîner B.
Prononc. et Orth. : []. Ds Ac. 1932 s.v. Chainage. Étymol. et Hist. I. Anc. fr. dr. coutumier (GDF. Lex. : Chainage, droit de placer des chaînes sur les rivières navigables dans un but fiscal). II. a) 1605 chesnage « action de mesurer à la chaîne d'arpenteur » (Archives Chenonceau ds DELB. Notes attest. isolée av. 1857 (CHESNEL); b) av. 1870 archit. (MÉRIMÉE, Lettres aux Antiquaires de l'Ouest, p. 117). I dér. de chaîne*; II dér. de chaîner*; suff. -age*. Fréq. abs. littér. : 1.
..."The quicksand of life drags us
     Down into the circle
     One day. we might not catch you"...


spaceoddity

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1206
    • Gender:Female
δεν συμφωνώ απόλυτα (η επιφύλαξη διότι δεν άνοιξα τα links): ties είναι άλλο πράγμα, από τη δική μου εμπειρία. Nimatiks, ναι είχα υποψιαστεί ότι είναι γαλλική η προέλευση λόγω προφοράς, αλλά ελλείψει γνώσεων γαλλικής...
Συμφωνώ με το διάζωμα ως σωστή ελληνική απόδοση (οι οικοδόμοι μια ζωή σενάζι θα το λένε πάντως)
Η σελίδα του proz είναι προφανώς τίγκα στα stat counters, και επειδή έχω java runtime environment λόγω limewire, κάνει το μηχάνημά μου να σέρνεται και την κλείνω πάραυτα... επίσης, το concrete zoning το είδα και αλλού... να το βάλουμε concrete zoning και σε παρένθεση chainage (ή το αντίστροφο;)



nimatiks

  • νηματώδης
  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 150
    • Gender:Male
  • ...I'm just a man, still learning how to fall...
..."The quicksand of life drags us
     Down into the circle
     One day. we might not catch you"...


zephyrous

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3698
    • Gender:Male
Θα έβαζα ανεπιφύλακτα chainage, χωρίς παρενθέσεις και εξηγήσεις.


elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
Θα έβαζα ανεπιφύλακτα chainage, χωρίς παρενθέσεις και εξηγήσεις.


chainage ουσ. αρσ. Kαταμέτρησις δια χωρομετρικής αλύσεως // Αρχιτ. Εσωτερικόν υπέρεισμα οικοδομής.
Hπίτης



Aν ρίξουμε στο (uk) google τα chainage+walls+masonry, το πρώτο αποτέλεσμα είναι... από αγγλικό κείμενο Ελλήνων:

 In the case of (non structural) masonry wall claddings, the main factorfor avoiding or limiting damage has proven to be the existence of two oreven one reinforced concrete zoning (“chainage”) along each wall, as wellas the confinement of the row and columns of the bricks adjacent to thestructural reinforced concrete elements, i.e. beam and columns/walls.

http://www.geophysics.geol.uoa.gr/imageseis/eqs/athens1999/macro/macro_en.html


Tα υπόλοιπα (chaining/chainage στην... αγγλική) έχουν να κάνουν με τοπογραφία (μετρήσεις) όχι με υπερείσματα και υπέρθυρα και "σενάζια". Oπότε, γιατί "ανεπιφύλακτα", Γιάννη;


Aπό Καναδά:

tie beams (walls)
BT   structural connections
FT   chainage de construction
RT   belt courses
   stiffeners
http://irc.nrc-cnrc.gc.ca/thesaurus/tie_beams(walls).html


και

cross bracings
BT   stiffeners
FT   chainage transversal

http://irc.nrc-cnrc.gc.ca/thesaurus/cross_bracings.html

http://index.cisti-icist.nrc-cnrc.gc.ca/cgi-bin/search.cgi?ul=http%3A%2F%2Firc.nrc-cnrc.gc.ca%2Fthesaurus%2F%25&cs=iso-8859-1&tmpl=irc_thes&q=chainage

Canadian Thesaurus of Construction Science and Technology


zephyrous

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3698
    • Gender:Male
Quote
Oπότε, γιατί "ανεπιφύλακτα", Γιάννη;

Άσε με να το "παίξω" λίγο. :)
Σοβαρά τώρα, απλώς αυτή είναι η γνώμη μου.
Google: Chainage + concrete
« Last Edit: 25 Feb, 2007, 14:27:55 by zephyrous »


spaceoddity

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1206
    • Gender:Female
Άσε με να το "παίξω" λίγο. :)

Έλενα, δεν βλέπεις το avatar? γιατί να του τη σπάμε;

Btw, συμφωνώ απολύτως: η κατεξοχήν χρήση του chainage στον αγγλόφωνο τεχνικό κόσμο είναι τοπογραφική. Στην ΕΟΑΕ chainage = χιλιομετρική θέση (χ.θ.), χιλιόμετρα + μέτρα στη χάραξη του τμήματος της οδού.


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Δεν ξέρω πόσο σαφές θα μπορούσε να είναι το chainage στους αγγλόφωνους και εγώ θα το έβγαζα κι από τον τίτλο. Προτείνω να παίξεις με τις λέξεις reinforced concrete wall ties, π.χ. concrete ties, concrete wall ties, reinforced concrete wall ties, reinforced concrete ties. Reinforced αν είναι reinforced.


spaceoddity

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1206
    • Gender:Female
Δεν ξέρω πόσο σαφές θα μπορούσε να είναι το chainage στους αγγλόφωνους και εγώ θα το έβγαζα κι από τον τίτλο. Προτείνω να παίξεις με τις λέξεις reinforced concrete wall ties, π.χ. concrete ties, concrete wall ties, reinforced concrete wall ties, reinforced concrete ties. Reinforced αν είναι reinforced.

Νίκο, δεν υπάρχει σενάζι που να μην είναι οπλισμένο (εκτός από μηχανικός - me - υπάρχει και ο Πόντιος σιδεράς to testify to that). ΔΕΝ θα βάλω tie... εμένα με παραπέμπει αλλού, και δεν έχω χρόνο να το γκουγκλάρω μέχρι να βρω σενάζι που να αποκαλείται tie. Το concrete zoning και σε παρένθεση chainage μου κάθεται μια χαρά για το κείμενο αυτό:-)


elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
Google: Chainage + concrete
Ναι. Concrete... evidence.

http://www.civildesigner.com/Knowhow/t50017/t50017.asp

Έλενα, δεν βλέπεις το avatar? γιατί να του τη σπάμε;


Γιατί είναι μικρό+τριανταφυλέννιο+πατριωτάκι. :))


Btw, συμφωνώ απολύτως: η κατεξοχήν χρήση του chainage στον αγγλόφωνο τεχνικό κόσμο είναι τοπογραφική. Στην ΕΟΑΕ chainage = χιλιομετρική θέση (χ.θ.), χιλιόμετρα + μέτρα στη χάραξη του τμήματος της οδού.
Εξάκτο. :)))

Eλευθερουδάκης:
σενάζ. (Τεχν.) Περίδεσμος ενισχύσεως τοίχου εξ υλικού ανθεκτικού (συνήθως μπετόν) δι'αντισεισμικάς ιδίως οικοδομάς.

Οπότε, συνήθως ναι, αλλά όχι απαραίτητα (concrete):

reinforced+earthquakes
chainage+earthquakes

Συνεπώς... συνεχίζω να συμφωνώ με τη Μίνα και το Νίκο... και να διαφωνώ με Ζεφ.

Μουτς!
« Last Edit: 25 Feb, 2007, 15:51:10 by elena petelos »


banned8

  • Jr. Member
  • **
    • Posts: 132
    • Gender:Male
Σύμφωνα με την αρχική σημασία του γαλλικού, το chaînage δεν είναι πάντοτε από οπλισμένο σκυρόδεμα. Δήλωσα ωστόσο άγνοια για την έκταση του ελληνικού «σεναζιού»

CHAÎNAGE, subst. masc.
A. ARCHIT. et MAÇONN. Consolidation d'un mur au moyen de longrines ou de fer à crampons placés dans l'épaisseur du mur. [Cette place] avec ses trente-cinq pavillons de brique rose à chaînages de pierre, qu'Henri IV a nommé la Place Royale (BRASILLACH, Pierre Corneille, 1938, p. 89); cf. chaîne II A 1 b et chaîner A.



elena petelos

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3185
    • Gender:Female
  • Qui ne dit mot consent.
CHAÎNAGE

1/ Opération de renforcement d'une maçonnerie au moyen d'une chaîne.

2/ Le résultat de cette opération, c'est-à-dire la chaîne elle-même.

Angl. : 1/ masonry reinforcement; 2/ stone pier

CHAÎNE D'ANGLE

Dispositif de renforcement de la maçonnerie à l'angle de deux murs.

Syn. : chaîne d'encoignure.

Angl. : right-angle quoins/coins (pl)

Cf. chaîne verticale.

CHAÎNE D'ENCOIGNURE

Dispositif de renforcement de la maçonnerie à l'angle de deux murs.

Syn. : chaîne d'angle.

Angl. : right-angle quoins/coins (pl)

Cf. chaîne verticale.

CHAÎNE VERTICALE

Pilastre de gros blocs équarris – ou libes – renforçant un mur dans sa longueur ou à ses extrémités ou encore l'angle de deux murs.

Le chaînage intermédiaire est disposé à intervalles réguliers dans un mur de grande longueur.

Le chaînage de fin de mur vient terminer celui-ci.

Le chaînage d'angle est constitué par le croisement l'un sur l'autre de blocs de pierre dont les faces visibles en parement sont surfacées et les faces noyées dans la maçonnerie laissées brutes. Les blocs sont de taille décroissante vers le haut des murs.



Chaînage d'angle

 d'un couvrement pyramidal

(Faycelles, Lot)

Angl. : stone pier


Επειδή το "quoins" ούτε που μου πέρασε....

http://www.pierreseche.com/vocabulaire_pierreseche_C.html


spaceoddity

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 1206
    • Gender:Female
Σύμφωνα με την αρχική σημασία του γαλλικού, το chaînage δεν είναι πάντοτε από οπλισμένο σκυρόδεμα. Δήλωσα ωστόσο άγνοια για την έκταση του ελληνικού «σεναζιού»

CHAÎNAGE, subst. masc.
A. ARCHIT. et MAÇONN. Consolidation d'un mur au moyen de longrines ou de fer à crampons placés dans l'épaisseur du mur. [Cette place] avec ses trente-cinq pavillons de brique rose à chaînages de pierre, qu'Henri IV a nommé la Place Royale (BRASILLACH, Pierre Corneille, 1938, p. 89); cf. chaîne II A 1 b et chaîner A.



ΟΚ,  λόγω πλήρους άγνοιας σε θέματα γαλλικής γλώσσας I get your point now... ωστόσο επισημαίνω (κατά τη γνωστή μου συνήθεια για background): είναι ο κτίστης (ή ο καλουπατζής, συνήθως είναι η ίδια ειδικότητα στην οικοδομή) και στρώνει τούβλο-τούβλο τον τοίχο... μόλις φτάσει στη μέση (και ενώ ακούει λαϊκά στην οικοδομή, στάνταρ) θα πει: "Οοοπ! Εδώ θα βάλουμε σενάζι". Πιάνει σανίδες και καρφιά, καλουπώνει το σενάζι, βάζει μέσα και τον οπλισμό (είναι το μόνο σημείο στην οικοδομή όπου δεν χρειάζεται να τοποθετήσει τον οπλισμό ο σιδεράς: πρόκειται για ελαφρύ οπλισμό, καμία σχέση με τις κολώνες, τις πλάκες ή τους τοίχους αντιστήριξης), σκυροδετεί, και κάνει διάλειμμα (με τσιγάρο και μπύρα εννοείται). Το μόνο που δεν γνωρίζω είναι αν "ποτίζουν" και τα σενάζια (όπως τις πλάκες). Την άλλη μέρα ξεκαλουπώνει, και συνεχίζει το χτίσιμο ("γ... τη Π... σου, ρεεεε, μαστοοοόρι! Τι θα γίνει, με κλαρίνα θα τη βγάλουμε σήμερα; Πιάσε Διονυσίου!").

Τι γράφει ο άνθρωπος όταν τάχει παίξει από τη δουλειά! Αν σηκωθώ για διάλειμμα, θα ξαναγυρίσω σε δυο ώρες, δεν με παίρνει, οπότε please bear with me!


 

Search Tools