Author Topic: ultra-audible -> υπερακροάσιμος, υπερακουστός, πέρα από το ανθρώπινο όριο αντίληψης του ήχου  (Read 32 times)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 652205
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
"ultra audible" -> υπερακουστός, υπερακούσιμος, υπερηχητικός;

The SQRC frequency range is defined as ultra-audible, as it is represented both above the limit of the human auditory system (HAS) and below the represented upper frequency range defined by the Nyquist theorem, which states that the highest frequency that can be represented is half the sampling rate.
https://westminsterresearch.westminster.ac.uk/download/f6eb0be306c1a8aa4cbdbe0317a7b351a074fa47ba7944b1567c88639b35d204/549882/AES%20146%20White%20noise%20paper%20RT08012019.pdf
« Last Edit: 07 Nov, 2019, 13:13:32 by spiros »


Costas E.

  • Full Member
  • ***
  • Posts: 444
  • Gender: Male
audible: ακροάσιμος, ultra-audible: υπερακροάσιμος.
Το "ακουστός" αναφέρεται σε αυτόν που έχει ακουστεί, στον ευρύτερα γνωστό.

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 652205
  • Gender: Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • 102094522373850556729
    • lavagraph
    • Greek translator CV
Ενδιαφέρον, με είχε προβληματίσει η ιατρική συνεκδοχή και το ότι παρουσιάζεται με την έννοια του άξιου για να ακουστεί.

ακουστός -ή -ό [akustós] Ε1 : 1α. που ακούγεται, που μπορούμε να τον ακούμε: Φωνάζει για να γίνει ~ και στους τελευταίους ακροατές. Mια απαλή και μόλις ακουστή μουσική. β. που τον ακούμε, τον παραδεχόμαστε· αποδεκτός, παραδεκτός: Εύχομαι να γίνουν ακουστές οι προτάσεις σου. 2. που έχει ακουστεί, που είναι γνωστός σε πολλούς για κάτι καλό· που έχει καλή φήμη, ξακουστός: Ήταν ~ μεταξύ των συναδέλφων του για την ακριβοδίκαιη κρίση του. Tο μοναστήρι ήταν ακουστό για τις πολύτιμες εικόνες του. ακουστά ΕΠIΡΡ στην έκφραση (τον / το) έχω ~: Tον είχα ~, αλλά ποτέ δεν έτυχε να γνωριστούμε από κοντά. Tο παραμύθι το ΄χω ~ από τον παππού μου.
[1: αρχ. ἀκουστός· 2: μσν. σημ.]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

ακουστός, -ή, -ό [akustós] ① perceptible to the ear, hearable, audible (syn που ακούγεται): κάτι ορατό ή ακουστό | τα λόγια του ήταν ακουστά απομακριά | η φωνή της είναι ακουστή | πολλά χτυπήματα γίνονται ακουστά | φωνάξαμε κ' εγίναμε ακουστοί | έχουν και οι Eλληνοαμερικανοί το δικαίωμα να κάνουν ακουστό το δικό τους εθνικό τόνο (Papanoutsos) | poem και το κανόνι τ' ακουστό αντάμ' αναταράζεται (Palam) | ένας αυλός υπέροχος, αργός και μόλις ~ | στους γύρω χώρους (Papatsonis) | | phr τον (την, το) έχω ακουστό (-ή, -ό) I have heard of him (her, it) (cf τον έχω ακουστά, s. ακουστά adv) ⓐ heard, paid attention to, heeded: είναι υψίστη εθνική ανάγκη να ουρλιάζη η ελευθεροτυπία για να γίνη ακουστή (Psathas) | (στα θέματα αυτά) θα ευχόμουν να γίνω ~ και θα είχα δικαίωμα να το ελπίζω (Dimaras) ② renowned, celebrated, famous (syn in ακουσμένος 2): ακουστοί συγγραφείς | ένα ακουστό μνημείο | ποίηση ακουστή στον καιρό μας | ήταν παντού ~ για το βιος του (Panagiotop) | ήταν ~ μεταξύ των συναδέλφων του για την ακριβοδίκαιη κρίση του (AVlachos) | poem τρέχα δελφίνι | πέρα στη θάλασσα | την ακουστή (Markoras) | το μοναστήρι τ' ακουστό της Kεχαριτωμένης (Palam) | (ω Mάρω) θενά φορέση | ακουστή της φήμης το στεφάνι (id.) | μικρό παιδί, απαράλλαχτο μ' ένα άλλο | παιδί ακουστό, τον Έρωτα (Xydis) [fr MG ακουστός ← K, AG]
Λεξικό Γεωργακά

ακροάσιμος
-η, -ο ακροάζομαι
ο άξιος ή ο κατάλληλος να ακουστεί.
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας
« Last Edit: 07 Nov, 2019, 13:10:58 by spiros »