σπαργή -> turgor, turgidity, turgescence, turgor pressure

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812065
    • Gender:Male
  • point d’amour
σπαργή -> turgidity, turgescence, turgor pressure

σπαργή
η, ΝΑ
νεοελλ.
1. διόγκωση τού κυτταροπλάσματος και κυρίως τών χυμοτοπίων ενός φυτικού κυττάρου, η οποία οφείλεται στη διείσδυση νερού στο εσωτερικό τους, όταν το κύτταρο βυθίζεται σε ένα υποτονικό διάλυμα, δηλαδή σε ένα διάλυμα με μικρότερη συγκέντρωση από αυτήν τού κυττάρου ή τού χυμοτοπίου
2. φρ. «πίεση σπαργής»
βιολ. η πίεση που δημιουργείται στο εσωτερικό ενός φυτικού κυττάρου και οφείλεται στην υδροστατική πίεση τών περιεχομένων τού χυμοτοπίου πάνω στο άκαμπτο κυτταρικό τοίχωμα
αρχ.
(κατά τον Ησύχ.) «σπαργαί, ὀργαί, ὁρμαί».
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. τού σπαργῶ «είμαι σφριγηλός, γεμάτος χυμούς»].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας


 

Search Tools