Author Topic: Αναστάσης Βιστωνίτης  (Read 109002 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη


Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Μάνα μου Ελλάς
(τραγούδι: Νίκος Δημητράτος / δίσκος: Ρεμπέτικο (1983))


Αναστάσης Βιστωνίτης, Στην οδό Σόλωνος

[Ενότητα Τα μεγάλα ψέματα]

Δεν είναι τόσο μακριά ο καιρός
που ’γιναν όσα και σήμερα συμβαίνουν,
κανείς δεν πήρε ποτέ την ευθύνη
για τις ατέλειες του χρόνου –
ποιος θα εισπράξει την ύβρη και ποιος τον έπαινο,
τι έγινε κι ανέβηκαν στα ύπατα αξιώματα
άτομα χαμηλής ευφυΐας,
νάνοι και γίγαντες και κοινοί απατεώνες
έτοιμοι ν’ αρπάξουν την αμοιβή
για τα έργα των άλλων.

Η εποχή των μέτριων είναι το τίμημα της δημοκρατίας,
αφού πια κανένας δεν νοιάζεται
για το πόσο οξύμωρη φαντάζει
η κατά συνείδηση ανοησία,
η παράνοια του δημαγωγού,
το χαμόγελο του ψεύτη,
και να που τώρα εγώ
γράφω σ’ ένα απολύτως ξένο ιδίωμα
γι’ αυτό το ψευδεπίγραφο σήμερα
αναπνέοντας μαζί με το καυσαέριο
το μονοξείδιο εξοφλημένων ιδεών.

Φτάσαμε να ταυτίζουμε
την παραφορά με την παραφροσύνη,
κι αφού η ανοησία εκμαυλίζει
ακόμη κι όσους υπήρξαν αφελείς στα νιάτα τους
αλλά παρέμειναν όρθιοι στα γεράματα
κοιτάμε που παρελαύνουν τα φαντάσματα
μαζί με τους νεκρούς άλλων πολέμων.

«Κατεργάρη, τι κρύβεις στο χάρτινο καπέλο σου;»
ρώτησε η Κοκκινοσκουφίτσα τον Κακό Λύκο.
«Κρύβω τη γιαγιά σου, κρύβω τον καλό σου,
τη μικρή σου κούκλα και το νυφικό σου,
κρύβω τη νεράιδα και την κακιά μάγισσα,
κρύβω το μέλλον και κρύβω το παρόν,
κρύβω την καραμέλα που θα σε φαρμακώσει,
το βάτραχο που βάτραχος θα μείνει
και πρίγκιπας δεν πρόκειται να γίνει.»

Στο λήθαργο των σκουπιδιών,
στην Ατλαντίδα του ρακοσυλλέκτη,
τι είναι ψέμα και τι αλήθεια το ξεχάσαμε,
ρηχοί, επιλήσμονες κι υστερόβουλοι
σαν δαρμένοι σκύλοι έξω από τ’ ανάκτορα
που περιμένουν να τελειώσει το συμπόσιο
για να ορμήσουν στ’ αποφάγια.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Αχερουσίας (2008)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 23:36:22 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Χειμώνας
« Reply #46 on: 21 Dec, 2014, 14:39:45 »


Pyotr Ilyich Tchaikovsky, The sleeping beauty (1890)

Αναστάσης Βιστωνίτης, Χειμώνας

[Ενότητα Τα μεγάλα ψέματα]

Είχαν τα πάντα σταματήσει,
άφωνα τα ραδιόφωνα και παγωμένες οι σειρήνες,
στο αεροδρόμιο το χιόνι
σκέπαζε το διάδρομο προσγείωσης,
δεν ήταν κανένας να φανεί,
κανείς δεν περίμενε κανέναν.

Στις αίθουσες αναμονής αυτοί που θα ταξίδευαν
δεν θυμούνταν πια τον προορισμό τους,
σβησμένα τα γράμματα στα εισιτήρια,
αράχνες σκέπαζαν τους πίνακες των πτήσεων,
τα γένια τους είχαν μεγαλώσει και σέρνονταν στο πάτωμα,
στα εστιατόρια και τα μπαρ
το προσωπικό κοιμόταν πάνω στις καρέκλες.

Το πρόσωπο της Ωραίας Κοιμωμένης
είχε χάσει πια το χρώμα του,
θάμπωσε το αλάβαστρο της νιότης της
κι εκείνη δεν θα μάθαινε ποτέ
πως το βασιλόπουλο ήταν εδώ και χρόνια πεθαμένο.

Εφημερίδες μιας άλλης εποχής
κιτρίνιζαν απούλητες στα κιόσκια
με πρώτο θέμα το θάνατο κάποιου λαοφιλούς δικτάτορα
που τον εκτέλεσαν οι συγγενείς του.

Τα λεωφορεία και τα τρένα
σκούριαζαν παρατημένα στους σταθμούς,
κάργιες είχαν στήσει τις φωλιές τους στα παράθυρα
και στο μαυσωλείο της πρωτεύουσας
με παγωμένα μάτια πίσω από τις προθήκες
τα ερπετά της αυτοκρατορίας.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Αχερουσίας (2008)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 23:36:49 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Μετοικεσία
« Reply #47 on: 25 Dec, 2015, 22:38:53 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Μετοικεσία

Η πόλη

Η πόλη βυθίζεται στον κάμπο. Τη σκεπάζει ένα λεπτό χνούδι υγρασίας και γύρω λόφοι. Ο ουρανός είναι ψηλά, ένα μακρινό σύννεφο επιμένει πάντα μπροστά στον ήλιο.
Η πόλη μου είναι ένα πεθαμένο χέρι, θαμμένο στην παγωμένη σκόνη, με τα δάχτυλα να εξέχουν άσπρα κι ακίνητα και τον κομμένο αγκώνα με το κρυσταλλωμένο αίμα. Χίλια χρόνια που κόπηκε από κάποιο κορμί το χέρι τούτο, απλώνει τα δάχτυλα και παγώνει το φως και γίνεται ασήμι και θάνατος, φαρμάκι και χιόνι.

Εδώ με ξέβρασαν τα πλατιά ποτάμια
κι ένιωσα να μου διαπερνούν το κορμί
εκείνα τα πέτρινα ξίφη που φυτρώνουν
ανάμεσα στα ξερά λιθάρια και ν' αγκυλώνει
την καρδιά μου το μπρούντζινο μισό φεγγάρι
στις κορφές.

Και το κίτρινο αίμα των ίσκιων να κυλάει στους δρόμους, να λερώνει τα πάρκα, να μολύνει τα μικρά. Έμαθα να μιλώ στο σκοτάδι. Ένας άλλος κόσμος είχε γεννηθεί μέσα σ’ αυτή τη σιωπή κι οι στενοί δρόμοι αποκτούσαν τη δική τους αλήθεια. Τα μάτια είχαν χαθεί σ’ ένα μεγάλο μαυσωλείο, ήταν ακίνητα, χωρίς χρώμα στη χλωρή υγρασία των τοίχων, βυθισμένα στο κίτρινο αίμα των ίσκιων που σάλευαν γύρω με την επίκληση όσων έχουν για πάντα χαθεί και περιμένουν εκδίκηση απ’ το μέλλον.
Η πόλη μου μ’ ακολουθεί παντού. Είναι ένας νεκρός χιλίων χρόνων που βαλσαμώθηκε στη μνήμη απλώνοντας το κίτρινο αίμα του και τη σιωπή του.


Η φυγή

Έφυγα μ’ ένα ρούχο που δεν γνώριζα. Ήταν ένα ξένο δέρμα πάνω στο δικό μου. Μα στην καρδιά μου είχε συντριβεί το φάντασμα του Οδυσσέα, δεν είχα το βαρύ φορτίο της μνήμης, μόνο ένα πεσμένο σπίτι με τραβούσε γι’ αλλού.

Η σιωπή σε μαθαίνει ν’ αγαπάς τη νύχτα
μαντεύοντας τις κινήσεις του σκοταδιού.

Στον καινούριο μου τόπο με τύλιξε μια αρχαία μνήμη. Οχυρώθηκα στα παλιά της κάστρα. Ένα κομμάτι θάλασσα ρίζωσε στο κορμί μου, ένιωσα στο πρόσωπο τη θέρμη της πέτρας που έμεινε ζωντανή κι άκουσα τα σπίτια να μου μιλούν πίσω από τ’ ανοιχτά παράθυρα.
Όμως κι εδώ ο νεκρός ήταν εντός μου. Κι ένιωσα τα ψηλά κάστρα να με λογχίζουν, κι ένιωσα τη βαθιά πίκρα των χαμηλών σπιτιών, τον κλειστό κόσμο των παιδιών ανάμεσα στα όρθια μαχαίρια των τοίχων, κι απ’ τα πηγάδια του χρόνου τα φλάμπουρα και τα δάση των δοράτων μού πήραν τη φωνή και τη μοίρασαν στα πουλιά, μου πήραν το αίμα να κτίσουνε ποιήματα, μου πήραν το κορμί να φράξουν τη θάλασσα και τα καράβια.

Περιφέρομαι γυμνός.
Γύρω μου το τοπίο στενεύει.


Το δωμάτιο

Το δωμάτιο ήταν ένα κλειστό μάτι. Κάποιος μέσα μου είχε τραβήξει τις κουρτίνες κι ήμουν ολόκληρος ένα κομμάτι σκοτάδι. Στο μεταξύ, ένα μεγάλο ξίφος γιαπωνέζικο με διαπερνούσε από το λαιμό μέχρι τη μέση και μου ’σκιζε το στήθος σαν ρετάλι. Τη ρομφαία τούτη την κρατούσε ο καλός μου άγγελος ή ο κακός μου δαίμονας — δεν έχει σημασία. Το σίγουρο τώρα ήταν ότι το στήθος μου χωρούσε το ίδιο εύκολα μια μεγάλη πολιτεία ή ένα δημόσιο νεκροταφείο. Τότε νόμισα ότι πραγματικά είχα πεθάνει κι ότι το κορμί μου είχε χαθεί. Ήμουν ένα ζωντανό κεφάλι που δεν ήξερε πού ν’ ακουμπήσει. Μια αιχμηρή φωτιά είχε μπει στο κρανίο μου και με γύμνωνε, ώσπου απόμεινα μια φλόγα που σάλευε κανονικά. Όλο μου το πρόσωπο είχε γίνει φως και δεν είχα τίποτ’ άλλο. Τότε κατάλαβα ότι ο μικρός χώρος ήταν η πληγή μου κι η νύχτα το αίμα μου που είχε πηχτώσει και μ’ εξαφάνισε. Εννόησα ότι το στήθος μου δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει σ’ άλλα χτυπήματα και σώπασα. Ήταν τόσο πολλοί αυτοί που είχαν πεθάνει μέσα μου και μου μιλούσαν ακόμη...

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 23:39:21 by wings »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Εν αναμονή
« Reply #48 on: 25 Dec, 2015, 22:54:21 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Εν αναμονή

Ο χώρος λιγοστεύει σε μια κάμαρα.
Ναυάγια — όνειρα εκφυλισμένα.

Κάποιοι θ’ ανεβούν τη σκάλα.
Σαρκοβόρα χαμόγελα.

Έξω θα βρέχει — μια βροχή επίπεδη.

Θα ’ναι το δωμάτιο ρούχο στενό
κι η καρδιά πεταμένη εφημερίδα στο πάτωμα.

Η γυναίκα στον τοίχο θα ξεφτίζει.
Θα σε κοιτούν τα σάπια μάτια της.

Καθώς θ’ απομακρύνεται
η πόλη στον ορίζοντα.

Χωρίς οιωνούς, χωρίς σημάδια.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 23:39:42 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η αντιστροφή της μουσικής

I

Η νύχτα γέννησε το φόβο.
Τα δέντρα που χειρονομούν,
το σκότος που σαλεύει.
Η νύχτα γέννησε τους πεθαμένους.

Μια μέρα γκρεμίζονται όλα.
Υπολείμματα από τα υπάρχοντά σου σε κοροϊδεύουν —
οι σκιές των πεθαμένων
που δεν μπορούν πια να μιλήσουν.

Οι πεθαμένοι δεν έχουν
οριστικά χαθεί.
Μουσική — που μιλάει για γυναίκες
που πέθαναν πολύ νέες,
για εφήβους που έσβησαν
προτού γνωρίζουν την αγάπη.

II

Φυσάει ένας τρελός
αέρας στο μυαλό μου.
Μια στοίβα φύλλα κίτρινα,
χαρτιά λησμονημένα.
Αυτό δεν είναι ο έρωτας,
δεν είναι η μουσική.

Πίσω απ’ του χρόνου την καμπή
τα ονόματα πεθαίνουν.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)
« Last Edit: 19 Jun, 2017, 23:40:01 by wings »

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Επιστολή
« Reply #50 on: 30 Mar, 2018, 21:55:05 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Επιστολή

Ή περί της αναγωγής των γεγονότων

I

Το ποτάμι ατσάλινη επιφάνεια
σκεπασμένη μ’ ένα ασημένιο στρώμα πάγου.
Η πόλη — σκοτεινή αρπάγη στο κενό.
Πάνω από τ’ άχρηστα αστέρια,
πάνω από το φεγγάρι
επίπεδα φώτα σκίζαν το κορμί της σαν μαχαίρια.

Καθόμασταν στο πέτρινο πεζούλι —ακίνητα
αγάλματα— μέσα σε μια μουσική θλίψη.

Σταθήκαμε ξανά στον ίδιο τόπο για ό,τι αγαπήσαμε:
Για τη μεγάλη πόλη που άνοιξε μπρος μας το θαύμα,
για τους στενούς δρόμους που ’γιναν σφιχτό κουβάρι
— θρυμματισμένα γυαλιά στα πρόσωπά μας.

II

Τώρα που σου γράφω το νερό τελειώνει, το φως τελειώνει.
Ένα χάλκινο πουλί με σημαδεύει με τα νύχια του
και το ψυχρό χέρι της πολιτείας με συντρίβει.
Δεν είμαι εγώ το ξύλινο σώμα στο τραπέζι
καθώς θυμάμαι το ατσάλινο ποτάμι στα πόδια μας,
το πρόσωπο της πόλης με τα σαπισμένα κτήρια
που ’σπειρε μέσα μας την αρρώστια της μνήμης
Φίλε
οι φωνές που πλησιάζουν έρχονται από άλλον κόσμο,
πιο πέρα από το σκληρό τείχος του σκοταδιού,
πιο πέρα από τα πρόσωπα που κάποτε ήταν κοντά μας
μα τώρα πια τα έσβησε η λύπη κι ο καιρός.

III

Ναυαγισμένοι την αυγή στο λιμάνι
με τα σάπια ιστιοφόρα και τα καραβόσκυλα
να κοιτούν άγρια τη θάλασσα και τον ουρανό,
ανάμεσα στα λιωμένα ξύλα και τα βότσαλα
μπηγμένα κατάρτια σαν αρχαίες λόγχες
κι ένα κομμάτι από την κουπαστή του περσικού καραβιού
με το σημάδι απ’ του Κυναίγειρου τα δόντια.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Γεωμετρία θανάτου

Σε τρία μέρη

I opened wide the door;
Darkness there and nothing more.
E. A. Poe


Ανατομία της μνήμης

Η πόλη μέσα στη βροχή. Καμπάνες εκκλησιών, σπίτια
κυρτά και στον αέρα θολό φως. Μια μουσική κρουστών.

Οι χαμένοι πολλαπλασιάζονται στη μνήμη.
Το αίμα φράζει τα περάσματα,
φράζει τα ποτάμια, γίνεται νερό.

Ο κόσμος του χυμένου ατσαλιού στο πρόσωπο.
Το χάσμα ανάμεσα στον θάνατο και την αυγή.

Πώς να μιλήσει κανείς με τη σιωπή, τι να πουν τα πελεκημένα δέντρα, οι ατσάλινοι άγγελοι των εκκλησιών.

Επιστρέφουμε στην ασάλευτη νύχτα.

Το κρύσταλλο

Νύχτα, σπασμένο κρύσταλλο.

Κυκλοτερές περί γαίαν
ελίσσεται αλλότριον φως.

Φεγγάρι, απολίθωμα της στοργής μου,
το καρφί εκτείνεται στη μνήμη.

Ο χρόνος γέννημα του ατσαλιού —
σκοτώνει τον φτωχό γλύπτη.

Σκληραίνει η ύλη, ματώνει το χαρτί.
Πίσω από τις άσαρκες φωνές
γεννιέται η εξάντληση.
Πίσω από τη λήθη
παρακμάζει η αγάπη.

Χρώματα, σκηνώματα πεθαμένων θεών,
αναγγείλατε τον θάνατο των υδάτων,
πάρτε την κόψη της αστραπής.

Πίσω απ’ την πόλη κτίζεται η ομίχλη.

Φαέθων

I

Ο ήλιος κοφτερό φως
ανοίγει ρωγμές στις πεδιάδες.

Λευκό τοπίο τσακίζοντας
σαν παγωμένο έλασμα.

Το φως ακονίζει τον εγκέφαλο.
Ευαίσθητο ξυράφι σκίζει το κορμί
αποκαλύπτοντας του αίματος τη φρίκη.

Οι γύρω σιωπηλά ανάγλυφα
καρφωμένοι σε μια χειρονομία
που γέμισε εφιάλτες του γλύπτη τον παροξυσμό,
ρημαγμένοι, σκόρος απαστράπτων.

II

Η πυρά καίει τη σάρκα,
λιώνει την ομορφιά και μας τυφλώνει.

Τα δάση των ονείρων βυθισμένα στη φωτιά
υψώνοντας πράσινες αναλαμπές —
τριγμοί κορμών που τσακίζουν.

Μαζέψτε τα κόκαλα των δασών,
θάψτε τα βραχνά πουλιά.

Τη νύχτα βγαίνουν τ’ αγρίμια.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Ο ναός
« Reply #52 on: 30 Mar, 2018, 22:16:54 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Ο ναός

Σκοτάδι στα κιονόκρανα. Ιερείς μοναχικοί. Οι στέγες ατσάλι και φως. Νεωκόροι στα στιλπνά μάρμαρα. Η νύχτα σώμα του επιταφίου με την πληγή του φεγγαριού.

Δέντρο μετάλλινο ο ναός.
Λογχίζον φως.
Χιτώνας πλεγμένα ρόδα.
Ο θάνατος — ακίδα σκοτεινή
παραβιάζει τις θύρες.

Η νύχτα από την οροφή
αστερόεσσα
επιστρέφει,
ανεβαίνει στον εγκέφαλο —
σφυγμός του κόσμου.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Οι κηλίδες
« Reply #53 on: 30 Mar, 2018, 22:23:53 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Οι κηλίδες

Το βράδυ σκόρπισε — μια χούφτα χώμα.
Τσάκισε ο καιρός σαν το γυαλί,
άφησε μια κηλίδα στο βιβλίο,
μια τρύπα στη μνήμη.

Ήταν πολλοί στο ξεκίνημα.
Τα χέρια στον σταθμό,
τα διαβρωμένα πρόσωπα.

Ο άνθρωπος στην αποβάθρα —
καμένο σπίρτο, μάσκα σκότους.

Η πόλη δεν είναι η αρχή —
παρηγοριά για τους ανύποπτους.
Γι’ αυτούς που κουβαλήσανε τη νύχτα μέσα τους,
που νιώσανε το σίδερο
να τους καίει τη σάρκα και τη μνήμη
δεν υπάρχει αρχή αφού δεν μπορεί
να δοθεί κάποιο τέλος.

Γυμνός, ανυπεράσπιστος,
πνίγεται η φωνή στη σκοτεινή κηλίδα.
Δεν σου ταιριάζει το πρόσωπο της πόλης
και ζεις χωρίς πρόσωπο, περιμένοντας
να φτάσει το τρένο από το παρελθόν,
να κατεβούν οι μαριονέτες απ’ τα βαγόνια.

Οι κηλίδες γύρω σου θα πυκνώσουν.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η εκφορά του τοπίου

Πρωί κι ο ήλιος πάνω από την πανοπλία των δασών βύθιζε στην πέτρα το νυστέρι. Άνεμοι χάλκινοι πάγωναν τη θάλασσα. Πρωί — χρόνος νεκρός κι ο τόπος σάβανο.

I

Ένα καμένο δέντρο και το φως —
κίτρινη λάσπη.
Τη μάνα μας την έλεγαν υπομονή,
φωτιά και χώμα οι αδελφοί μας.

Αίμα χυμένο και νερό
και το καρφί στον τοίχο.
........

Εκείνοι έφυγαν —
έμπηξαν τα σπαθιά στο χώμα.
Έλαμψε ο δρόμος, η θάλασσα,
τσάκισε το σώμα της αγάπης.

II

Μείναμε εμείς οι αφανείς.
Λάσπη στα πρόσωπά μας.
Και στο βάθος ο Διγενής Ακρίτας
σκυφτός, πεζός, κρύβοντας τις πληγές,
μαζεύοντας τ’ ακρωτηριασμένα του χέρια.

Το δάσος στον ορίζοντα —
κοντάρια πράσινα λογχίζουνε τη μέρα.
Περνάει η εκφορά των θαλασσών,
η κηδεία του νεκρού τοπίου.

Πρωί, ο ήλιος άγριος κι η πανοπλία των δασών.
Καρφωμένοι. Αίμα και νερό για την καινούρια μέρα.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Οδηγός νεκροταφείου

I

Ρευστή διαφάνεια, ζώνη φωτός διαθλάται στο ποτάμι.
Σώμα κινούμενο, ροή της μνήμης, πτυσσόμενο όνειρο.

Τα φύλλα μεταφέρουν τον θάνατο στην άκρη του κόσμου.

Ο δρόμος σκόνη και τέφρα.
Ο ορίζοντας ευθεία των χεριών.

II

Ο κόσμος κλινήρης επινοεί τη ζωή,
την αρμονία, το ψεύδος.

Επιστρέφουν όσοι κλειδώνουν το καλοκαίρι κλαδεύοντας
την άνοιξη, μεταθέτοντας πιο βαθιά το τείχος.

III

Αυτός που πέθανε — σώμα σε πρώιμη σιωπή πριν λιώσουν οι πάγοι κι ελευθερωθεί το νερό. Αυτός που πέθανε δύοντας ο ήλιος, δύοντας το τελευταίο τραγούδι.

IV

Φώτα σβηστά, κεριά φυτρωμένα σε γκρίζα νέφη, κύκλοι από άνθη και σπαραγμένο φως. Ένα λευκό μάρμαρο με βαραίνει.
...........

Βηματίζουν στο μαλακό χώμα. Διαχέουν τον χρόνο σε χρώμα. Ανάμνηση διεμβολισμένη — φωτογραφίες και σχήματα ημιτελή.

Φυσάει. Και το επίπεδο πρόσωπό μου.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Φως από φύλλα
« Reply #56 on: 30 Mar, 2018, 23:06:13 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Φως από φύλλα

Το δειλινό είναι μια χαλκογραφία φωτός.
Καθώς το καπνισμένο απόγευμα
σαρώνει τα δέντρα στους κάμπους
ίσκιοι ανεβαίνουν με τη φωνή του τσακαλιού.
Τα δέντρα σαλεύουν στην αναπνοή μου.

Απ’ το σκοτάδι πλησιάζει
ο βιασμένος χρόνος.
Φθινόπωρο χτυπημένο στη γεύση του,
πικρό, νοτισμένο χώμα.

Στην καταιγίδα του μυαλού μου
χορεύει η τρελή μέρα.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Το σκοτάδι του δάσους

Τα δέντρα γιορτάζουν.
Το διάφανο ψύχος στην ακίνητη λάμψη του,
φυλλώματα από υγρασία και διάστικτο φως.
Δεν είσαι εδώ που σε ψάχνω, καρδιά μου.
Το φως διαμελίζει το φάσμα του χρόνου.
Βουνά από γαληνίτη με θολές ρωγμές
και η έπαρση των δέντρων ακίνητη
αναστέλλοντας το πεπρωμένο.
Κύκλοι των κυμάτων με κέντρο
τις υδάτινες κόρες των ματιών μου
στην πρωινή τους τύψη.

Σε περίμενα τους σιωπηλούς μήνες.
Άνεμοι στρωμένοι, φώτα παρελάσεων,
φωνές αγριμιών στις χαράδρες,
τοπία που γεννήθηκαν στο σπέρμα του λύκου
κι εγώ σφιγμένος στην αγριότητά μου.

Καρδιά μου, κόλαση της χλωροφύλλης —
μόνος μέσα στο τσακισμένο φως,
λίκνο του μαχαιριού και της αγχόνης.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η λύκαινα
« Reply #58 on: 30 Mar, 2018, 23:18:13 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η λύκαινα

I

Η λύκαινα γυρνάει στις σκοτεινές πλαγιές —
μάτια από κάρβουνο, αίμα στα δόντια.
Κατεβαίνει στην πόλη τον χειμώνα.
Τα χιονισμένα ουρλιαχτά της
σκίζουν τη θάλασσα, τρομάζουν
τον ύπνο των αθώων.

Στον ουρανό φεγγάρι από κολλημένο γυαλί.
Πνίγονται τα σκυλιά στις αλυσίδες τους,
τα σπλάχνα της τινάζουν
το πυρωμένο σπέρμα.

II

Το βουνό είναι ένα φέρετρο
κτισμένο από μαύρες βελανιδιές.
Τα δέντρα σταυρώνουν την πέτρα του,
κυρτώνει ο άνεμος στις κορυφές —
τραχιά η αναπνοή του κόσμου.

III

Γυμνά δάση της Ανταρκτικής
με τις λεπίδες των κλαδιών —
το παγερό τους χνότο ανεβαίνει
στον τράχηλο της νύχτας.

Στο φωτισμένο παράθυρο η λύκαινα
κολλάει τα μάτια περιμένοντας
το ρόπαλο της αυγής.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66930
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η παράκρουση
« Reply #59 on: 30 Mar, 2018, 23:27:29 »
Αναστάσης Βιστωνίτης, Η παράκρουση

Φαντασία της αυτοκτονίας του Σεργκέι Γιεσένιν,
Λένινγκραντ 1925


I

Δεν είναι μόνον οι φλέβες του πυρετού —
ένας ήλιος από πυρίτιδα με ανατινάζει.

Άλλα βράδια περνούσε ο Υπερσιβηρικός
απ’ το παράθυρο διασχίζοντας
την ξύλινη Ρωσία.

Οι φλέβες σκλαβωμένα ποτάμια —
φεύγουν κατά τον Βόλγα.
Από την κόκκινη αστραπή του ορίζοντα
βλέπω — μεθυσμένα φαντάσματα
ανεβαίνουν στο πλοίο
που διασχίζει τα φονικά νερά.

II

Το χτύπημα της λεπίδας στο κρέας,
αυτό να φοβάσαι, τρελέ μεθύστακα,
όχι τη σάπια φλούδα του μυαλού σου.
.......
Το δειλινό είναι μια στέπα
από βότκα και ήχους καπηλειού.
Το δειλινό μού ανοίγει αυτή την πόρτα —
τα σάπια δόντια του Αβραάμ.

III

Έβλεπα μικρός στη νεκρούπολη του χειμώνα
τους σκελετούς των δέντρων να μιλούν
φτιάχνοντας νότες από τη φωνή του αέρα,
κι ύστερα λύκοι από τη Βαλτική,
κουρελήδες από τις πληγές του Καυκάσου —
ράγιζαν την κρούστα του χειμώνα.
Τα πυρετικά τους χέρια
δίπλα στην αγκαλιά της μάνας μου,
σ’ ένα τοπίο ορφανό από ήλιο.

Περνάω τη σκοτεινή πύλη.
Καθώς τεντώνει το σχοινί
δυο κόκκινα κανόνια
βομβαρδίζουν τα μάτια μου.

Από τη συλλογή Ανιχνευτές (1974)