longstanding -> χρόνιος, μακρόχρονος, μακροχρόνιος, μακροπρόθεσμος, μακραίωνος, με μακρά ιστορία, με μακρά, μεγάλης διάρκειας, από παλιά υπάρχων, από μακρού υφιστάμενος, για πολλά χρόνια, που κρατάει χρόνια, που διαρκεί χρόνια, που υπάρχει εδώ και χρόνια

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 789636
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
longstanding -> χρόνιος, μακρόχρονος, μακροχρόνιος, μακροπρόθεσμος, μακραίωνος, με μακρά ιστορία, με μακρά, μεγάλης διάρκειας, από παλιά υπάρχων, από μακρού υφιστάμενος, για πολλά χρόνια, που κρατάει χρόνια, που διαρκεί χρόνια, που υπάρχει εδώ και χρόνια
long-standing
long standing


 

Search Tools