bingeworthy -> εθιστικός, καθηλωτικός, πωρωτικός, για πώρωση, σκέτη πώρωση, που σε κάνει να πωρώνεσαι, δεν μπορείς να δεις μόνο ένα επεισόδιο, δεν μπορείς να φας μόνο ένα, μπουκιά και συχώριο, να γλείφεις τα δάκτυλά σου, να γλείφεις τα δάχτυλά σου, να τρώει η μάνα και στο παιδί να μη δίνει, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει

Offline spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 790832
    • Gender:Male
  • point d’amour
    • spiros.doikas
    • greektranslator
    • doikas
    • lavagraph
    • Greek translator CV
bingeworthy -> εθιστικός, για πώρωση, που σε κάνει να πωρώνεσαι, δεν μπορείς να δεις μόνο ένα επεισόδιο, δεν μπορείς να φας μόνο ένα, μπουκιά και συχώριο, να γλείφεις τα δάκτυλά σου, να γλείφεις τα δάχτυλά σου, να τρώει η μάνα και στο παιδί να μη δίνει, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει

binge-worthy
binge worthy

bingeworthy
New Word Suggestion
(of a TV series) engaging enough for a viewer to watch multiple episodes in succession
https://www.collinsdictionary.com/submission/19826/bingeworthy

binge-worthy (comparative more binge-worthy, superlative most binge-worthy)
worthy of being binged on (particularly TV series or foods)
https://en.wiktionary.org/wiki/binge-worthy
« Last Edit: 11 Dec, 2019, 20:10:59 by spiros »


 

Search Tools