η ακροχορδών, η ακροχορδώνα, η ακροχορδόνα, η ακροχορδόνη, ο ακροχορδόνας, ο ακροχορδώνας;

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 811668
    • Gender:Male
  • point d’amour
η ακροχορδών, η ακροχορδώνα, η ακροχορδόνα, η ακροχορδόνη, ο ακροχορδόνας, ο ακροχορδώνας;

Στα λεξικά βλέπω ότι είναι θηλυκό, ενώ στις ανευρέσεις αρσενικό.

Αρσενικό
τους ακροχορδώνες
https://iate.europa.eu/search/standard/result/1576144840419/1

Θηλυκό
https://en.wiktionary.org/wiki/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CE%B1
https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%80%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8E%CE%BD
https://www.lexigram.gr/lex/newg/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8E%CE%BD

ακροχορδόνη η. Kρεατοελιά: (Iερακοσ. 49619). [μτγν. ουσ. ακροχορδόνη]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%BF%CF%81%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B7&dq=

ακροχορδόνα (η) ΙΑΤΡ. σαρκώδης σχηματισμός στην επιδερμίδα, συνήθ. μικρού μεγέθους, στρογγυλός και άμισχος ΣΥΝ. μυρμηκία, μυρμηγκιά. — ακροχορδονώδης, -ης, -ες [μτγν.].
[ΕΤΥΜ. < αρχ. άκροχορδών, -όνος (ήδη στον Ιπποκράτη) < άκρο- + -χορδών < χορδή, με αρχική σημ. «σαρκώδης εκβλάστηση τού προσώπου». Η λ. διακρινόταν από το ουδ. μυρμήκια (τα), όπως επεσήμανε ο γιατρός Γαληνός].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
« Last Edit: 12 Dec, 2019, 12:21:03 by spiros »


 

Search Tools