containerize -> περιεκτοποιώ, περιορίζω σε περιέκτη, εμπορευματοκιβωτιοποιώ, βάζω σε κοντέινερ

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815781
    • Gender:Male
  • point d’amour
containerize -> περιεκτοποιώ, περιορίζω σε περιέκτη, εμπορευματοκιβωτιοποιώ, βάζω σε κοντέινερ
containerized -> περιεκτοποιημένος, περιορισμένος σε περιέκτη, εμπορευματοκιβωτιοποιημένος, σε κοντέινερ
containerization -> περιεκτοποίηση, περιορισμός σε περιέκτη, εμπορευματοκιβωτιοποίηση, εγκυτίωση

(transitive) To transport (cargo) in large, standard containers.
(transitive) To modify (a ship or industry) to use such containers.
(computing, transitive, of an application) To run an application in a container.
https://en.wiktionary.org/wiki/containerize
« Last Edit: 14 Oct, 2020, 20:37:56 by spiros »


 

Search Tools