Author Topic: Μάρκος Μέσκος  (Read 124526 times)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Μεταίχμιο
« Reply #255 on: 03 Feb, 2018, 22:23:12 »
Μάρκος Μέσκος, Μεταίχμιο
 
Μονολογούσε μεθυσμένα στον δρόμο (που διάλεξε), μια ζωή προ-
κλασικός και τα χέρια κομμένα από τον καρπό. Ως εκεί
βάδιζε μαζί τους πορείες νυχτερινές στερήσεις και βάσανα
σαν μαύρες σημαίες σαν μακρινή η μοναξιά της άρκτου στον ουρανό.
Μετά τον κατάπινε η γη∙ δεν υπήρχε. Οι παλάμες δεν

είχαν σημάδια, με ακρίβεια μαθηματική έλαμπαν λίγο
οδηγώντας ψευδαισθήσεις κούραση και μαρασμό. Ανώριμος των Θείων
αυτά φρονούσε σιωπώντας μ’ ενδόμυχες μουσικές και (πιθανόν) άλλα
ψεύδη. Αφού ζούσε, σαν όσιος λαϊκός, έπρεπε κάπου ν’ ακουμπά, κάπου
ν’ αναπνέει με τα μικρά θηρία και ζωοφόρο της χλόης.

Πήγαινε λοιπόν ψαλμουδίζοντας στον γκρεμό, πού η τύχη άλλων
της διπλής βέρας στο δάχτυλο της υπήνεμης προνοητικής αμυγδαλιάς,
τα λεπτότατα αφανή όρια δικά του η κόψη του μαχαιριού δική του
και το μαγικό αίμα χυμένο στο χώμα. Βαθύτερα, έξυπνα μούτρα
έγραψαν την ιστορία μα εκείνος μπουνταλάς χωρικός θυμόταν μόνον

τη φθινοπωρινή ωριμότητα, τη σάπια, όταν το κρασί ανάμεσά τους
γκρέμιζε τείχη και υπεροψίες και αποστάσεις, αυτοστιγμεί
καταργημένα σύνορα (σύννεφα και πουλιά και φύλλα αέρος σε όλα
τα σταυροδρόμια, σε όλα τα διλήμματα των οφθαλμών, σαν τ’ άλογα
που αμφίδρομα σταλιάζουν κάτω από τα δέντρα) — τι να προλάβει;     

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Το γεφύρι
« Reply #256 on: 03 Feb, 2018, 22:38:16 »
Μάρκος Μέσκος, Το γεφύρι
 
Μη φοβάσαι∙ φίλησε με.

Η πέτρα, έτη πολλά, και το νερό συμφιλιωμένα (λες και η κάθε
ημέρα δεν έχει την κακιά της ώρα, τα κύματα αλαζονικά τα λι-
θάρια ανυποχώρητα, χώρια οι κατάρες την αυγή και τα στοιχειά
το βράδυ)∙ κρατούσαν τα δεσίματά τους, σφιχτά τους όρους (όσο
υπάρχει ο κόσμος) και η δεκαοχτούρα στον λαιμό το μαύρο της

δαχτυλίδι. Πάνω τους το ουράνιο τόξο και οι κορφές πανύψηλων
βουνών (τα κλέφτικα λημέρια). Τα κάρα και οι πραμάτειες
στρατιές και αστραφτερές πανοπλίες για τα δω και για την πέρα
χώρα. Πέρασαν ακόμα και οι Βογόμιλοι που κατασκήνωναν πάντα έξω
από την πόλη∙ ψηλά η φευγαλέα σελήνη κι ο σκύλος εβδομήντα χρονώ

γέρος∙ καμαροφρύδα η νύφη που τσακίστηκε στο νερό για να μην αλ-
λαξοπιστήσει, πανάκριβα λουλούδια και ρακί σαράντα γράδων — κάποτε
μέθυσαν οι διαβάτες, αόμματοι και χαλασμένοι, χορτάτοι από το πήγαι-
νε-έλα της ζωής, το γκρέμισαν. Και τώρα; Δίχως γεφύρι το κενό, το τί-
ποτε τα λησμονημένα. — Εσύ, αμφίθυμε φίλε, για πού θα περάσεις;     

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Ο αντίλαλος
« Reply #257 on: 04 Feb, 2018, 00:00:53 »
Μάρκος Μέσκος, Ο αντίλαλος
 
Όμορφος είναι∙ φεύγει.

Χτυπώντας το ένα στήθος πονούσε και τ’ άλλο, τα μάτια έκλαιγαν
μαζί. Σε γέλασα, φώναζες πάλι, είπα δεν θα γεράσω, άσπρα μαλλιά
στην κεφαλή μου δεν θα δεις — όσα τα βήματά σου τόσα γρόσια.
Κι από το ξέφωτο ευλογούσε η Αγία Παρασκευή, χαρά μεγάλη,
πλαγιασμένες οι πέτρες όπως κι οι ανώνυμοι αιώνες τώρα νεκροί.

Λίγο-λίγο πιο σιωπηλός κι από την γκορτσιά τη φαρμακωμένη
ζούσες ψευτοζούσες αγκαλιά με την αυτογνωσία των αγελάδων
τι να κάνει το χωριό ράγισε∙ με φωνές τρομαγμένες κύλισε
πιο κάτω∙ και δεν αρκούσε το τραγούδι του Φώτη που γύρισε πί-
σω καλώντας ζωντανούς νεκρούς για την ανάσταση. Του κάκου!

(Λίγοι φωνάζουν κανείς δεν ακούει)∙ στον αέρα οράματα
φαντάσματα εκτελέσεις όταν οι γυναίκες έχυναν τα μαλλιά τους
στο ποτάμι πλένοντάς τα. Τώρα στους τάφους χαμογελούν φωτο-
γραφίες ξεθωριασμένες, μπλοκάρει από τα στενά ήχος λάλος αντί —
του αντίλαλου ολάκερη η μάνα σύνθημα-παρασύνθημα: Θάνατος.     

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Μνήμη
« Reply #258 on: 04 Feb, 2018, 00:13:33 »
Μάρκος Μέσκος, Μνήμη
 
Εσύ δεν θα ρωτήσεις πια τι απόμεινε — μαζί τους τέλειωσες
ίσκιος πουλιού περαστικός στάλες βροχής στην άκρη των φύλλων
πού κρύβονται τα όνειρα το φτωχό σπυρί σε ποιο αμπάρι
του χειμώνα. Ενθύμια περιττά πονάνε την καρδιά σου αλαφροΐσκιωτε
με τη διπλή βέρα στο χέρι πάντα κάποιον θάνατο πενθούσες.

Και τον σέρνεις μαζί σου καίγοντας κεριά λυπημένα και χρόνια
(ό,τι δεν έγινε όνειρο είναι) μνήμη καταχωνιασμένη βαθιά∙
συνέχισε — να δούμε τι θα μπορέσεις να πάρεις για τα σκοτάδια
κοντολογίς η ξενιτιά του σώματός σου στο χώμα∙ κι όλα λήγουν εδώ
ανύπαρκτες αιώνιες στιγμές — με τη μνήμη του άταφος σκύλος καημένε!

Έλα να παίξουμε μαζί της — θυμάται — θυμάσαι — θυμάμαι
θυμούνται όσοι τελευταίοι, ισορροπίες τρέμουσες στο γεφύρι της δωδεκά-
χρονης νύφης το πέρασμα με ρακί ευχές και τριαντάφυλλα
όργανα μουσικά (έχει τραγούδι η λησμονιά) σαν αφρισμένα
πουλάρια κι άλογα που σ’ άγνωστους δρόμους θα χαθούν. Θα χαθούν;     

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Μοναξιά
« Reply #259 on: 04 Feb, 2018, 00:26:01 »
Μάρκος Μέσκος, Μοναξιά
 
Έτσι φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι.

Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει
την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται:
πρώτα η σιωπή∙ και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα
στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα
ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια — σιωπή

πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι.
Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι — ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει
το ποίμνιο; Κινδύνους μαχαίρια κραυγές∙ σαν όνειρο κακό
σαν τον Νοέμβρη που θα ’ρθει απειλητικός με τις ομίχλες
και τους κοκκινολαίμηδες και τα πουλιά σούστες ανα-

πνοές ακόμα. Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές
τ’ ανείδωτα άνθη κάθε διαβάτη. Μονάχος και μοναχή
όλη η ζωή μ’ ένα παράθυρο μονάχα, εκείνος μυστική γλώσσα
προτού καν αρθρώσει την εικόνα, άρρωστο παιδί που
λυπάται μόλις βραδιάσει — γυρίζει ο τροχός στο κενό

στο τίποτε. Μα εάν τα κόκαλα περπατούνε ακόμα ρίξε
ένα βλέμμα κι εδώ, δρόμος είναι κι ο θάνατος, δέντρο
στον κάμπο που αντέχει, δες πώς τα βραπτσιάνια*
τρίβονται στο χώμα εξοικειωμένα για τα ψηλά πετάγματα
και για τα μαύρα κάτω. Εν τέλει φαντάσου τα αν μπορείς
πέραν της υπεροψίας των αιώνων. Φιλικά πλησίασε η μοναξιά.

* μικροπούλια

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Μεταμορφώσεις
« Reply #260 on: 09 Feb, 2018, 21:47:22 »
Μάρκος Μέσκος, Μεταμορφώσεις
 
Ένας-ένας οι Ποιητές βρικολακιάζουν.

Όταν πλησίαζε φιλικά η ασχήμια τότε αγαπούσες τα φτερά του
πάρε με, φώναζες, στα ορεινά κρύα νερά στους άγνωστους Γαλαξίες∙
ό,τι δεν πρόλαβε να τελειώσει χίλιες σταγόνες στο βουνό χίλιες
πηγές, το ξωτικό γαλάζιο πουλί μια στιγμούλα, λάμψεις και αστραπές
της θυμωμένης μπόρας, μαχαίρια λάμπουν, τα μαστίγια στον αέρα∙

όμως τίποτε δεν εμπόδιζε, παραδείγματος χάριν, στην άκρια της λίμνης
τον βρεγμένον όσιο Ναούμ να συμφιλιώνει ζεύοντας την άρκτο
με τον αμνό, τους φιλόσαρκους αετούς με τα περιστέρια∙ μόνο η καρα-
κάξα στις κορφές των θάμνων χλεύαζε τον κόσμο τάχα τραγουδώντας
αλλά τώρα, πες μου να χαρείς, ποιος έμεινε όρθιος και πιστεύει;

Σήμερα ξάφνου νεκραναστημένα κυπαρίσσια σήμερα λάμπει ουρανός
(μαζί με τους αρουραίους)∙ κι αν ξυπνήσεις κάποιαν αυγή μαρμα-
ρωμένος γνώριζες όλα τα βάσανα του τέλους, τα ’ξερες. Όσα ντέρτια
έχουν τα πουλιά τα λένε το πρωί — μετά όνειρα και συγκοπή∙ μοναδικοί
θαμώνες της σιωπής σου οι χλωμές ανταύγειες οι παραπονεμένες.

Λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, στον ύπνο οι μάγισσες ξυπνούσαν
τα καημένα να ξαγρυπνήσουν τον έρωτα και τους νεκρούς. Άραγε
το ’θελαν; Α, πόσον ωραίο το φεγγαράκι που αρμενίζει σιωπηλά, τα
χελιδόνια τιτιβίζοντας στον αέρα! Αν τύχει και δεις στον δρόμο
άλογο δίχως αναβάτη, αύριο-μεθαύριο, πέρασε κι εσύ να πληρωθείς...

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Ο χορός
« Reply #261 on: 09 Feb, 2018, 22:56:34 »
Μάρκος Μέσκος, Ο χορός
 
Μετά κλειστά μάτια στο φως — ποιο ταξίδι;

Στροφές στροφές στο ταψί με τα γόνατα και του Μαγιού οι μυρω-
διές τα κόκκινα κοράσια
ανταμώνουν τον πικρόν Καρατζόβα
αχ! μην πάνε τζάμπα, μόνοι κι αγκαλιασμένοι να χορέψουν πουλιά
στον αέρα∙ ασπίδες-όρκοι κρυφοί στις ρεματιές, πατούσες ματωμένες
χαμηλά το τραγούδι — στη μνήμη των νεκρών φίλων χορεύουν σαν

αγαπημένη (κι άφαντη δικαιοσύνη (όση βροχή μπορεί να κρατήσουν
τα φύλλα στα δέντρα). Πουλιά περίεργα τσιμπολογούνε το νερό
παίρνοντας το ελάχιστο μερτικό τους∙ τόσο μόνο. Στον θάνατον
επιστρέφουνε στη μακρινή πατρίδα
έλεγαν οι μεγάλοι. Με κομμέ-
νη γλώσσα τραυλίζουν μιλώντας, μουσικές κοκαλωμένες στη λίμνη.

Μα εγώ δεν θέλω τις οξιές που ανθίζουνε στο βιος του Σουλεϊμάν
αγά
, επιθυμώ πιο πολύ τον άλλον τον Αράμικο — φθόγγοι που σηκώ-
νονται από την άβυσσο, για να πετάξουν, ψυχανεμίσματα μυστικών μικρών
ελπίδων, κλέφτες σιωπηλοί σαν τ’ αεράκι που κόπασε∙ εσύ
φυλάξου όταν ηχήσει βαριά ο ρυθμός: το μαστίγιο υψωμένο

θα σε λιανίσει εάν δεν λυγίσεις∙ με το χώμα ένα γίνου και
μη λησμονήσεις όταν θα ’ρθει η σειρά σου πόσο πονούσες σακάτης
βήμα το βήμα μια στον αέρα μια κάτω στην πέτρα την παγερή, ά-
πλερος σύντροφος κι εσύ, τόσους αιώνες τόσοι αγώνες τόσοι χοροί
πληγές που χορεύουν μάτια χέρια πόδια μέτωπο πληγές∙ και μαντίλι.

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Στερνά
« Reply #262 on: 09 Feb, 2018, 23:42:36 »
Μάρκος Μέσκος, Στερνά
 
Σαν τα στερνοπαίδια τον μονογενή μας και τη μοσχοθυγατέρα
του γείτονα, τρομοκρατημένα αισθήματα γλώσσα ξερή και πάθη
εδώ και τώρα ξημεροβραδιάζουν αραχνιασμένα (Μάριε τι κάνουμε).
Βασανισμένοι των γραφών αδερφοί λύση καμιά δεν προβάλλει
τρυπώνουν τα σφυρίγματα στις χαραμάδες και σιτάρι στ’ αμπάρια

για το τραπέζι του αλλότριου μέλλοντος∙ θλίψη στενόχωρη
ως τα στερνά. Πού ’ναι τα λάθη μας πού οι αντρειωμένοι πού
η νιότη κι ο κακός καιρός μας — ποιος θα μπλοκάρει
τις νοσταλγίες; Μήπως πρέπει να ξεθάψουμε το τελευταίο
φυσίγγι; Δυστυχώς-ευτυχώς ο θάνατος ανοιχτή πληγή φίλε.

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Το τέλος
« Reply #263 on: 10 Feb, 2018, 18:56:45 »
Μάρκος Μέσκος, Το τέλος
 
Βαθιά ο πολύτροπος τρόμος των γηρατειών λησμονήθηκε
ο ύπνος κατόπιν δεν ξύπνησε πέτρα απόμεινε μαρμαρωμένη
η απόγνωση των δέντρων δίχως φύλλα συντρίμμια στρουθία κάτω
άνεμος σε λίγο θα περάσει και στάχτη, μόλις βροχή μόλις υγρός χειμώνας
το καράβι μπάζει από παντού σ’ άγνωρους δρόμους πλέει έγια-μόλα!

Ανύποπτοι απροσδιόριστοι ακάντηλοι κατά καιρούς συχνές επικλήσεις
των απελπισμένων της άλλης ακτής — κανείς, κανείς δεν περνάει.
Στην ώρα του ο καθείς, λένε, μικραίνει η απόσταση το τέρμα κοντά
— άκρη του αδιεξόδου, ανώνυμος θεός, χιονισμένο κλωνάρι; Κανείς
δεν έμαθε∙ ψιθυριστές καλόγριες σκιές τοίχο τον τοίχο αναγγέλλουν

με νεύματα το γεγονός. Εικόνες μνήμης μυριάδες έως να πεθάνουν
κι ο προσκυνητές αλλά πριν ηλίθιοι παίρνουν τα δαχτυλίδια
αν είναι οι μπότες σε καλή κατάσταση και το πανωφόρι του κρύου
να μπαλώσουν τη γύμνια και τα εκτεθειμένα να βολευτούνε
τρέμοντας — ποιο τ’ όφελος; Κι εσύ που κάνεις αστεία θα πεθάνεις

αυτόχειρας ή γέρος το κύμα του στόματός σου στην έρημο θα χαθεί
δεν θα ρωτήσεις πια για το κουκούλι και το μετάξι και το ρούχο το
ερωτικό, στο αέρα η πυρπολημένη ροδιά κι ο άρτος που τσιμολογούν
τα πουλιά — εκείνος νύχτα χτενίζεται από τους θεούς και τις ιστορίες
κι όμως του πιο μικρού και του αθώου αυτός ο θάνατος δεν τελειώνει.

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Ουτοπία
« Reply #264 on: 10 Feb, 2018, 19:07:00 »
Μάρκος Μέσκος, Ουτοπία
 
[Ενότητα Πέντε συν δύο (ας πούμε) σονέτα]

Μήπως μια φορά κι έναν καιρόν
άνθρωπος τον άνθρωπο στα μάτια κοιτούσε;


Έναρθρη η Σιωπή ξάφνου μιλάει χαμογελώντας γλυκά,
δι’ ευχών των Αγίας Πατέρων ημών το αγκάθι του Θανάτου
δικαιωμένο∙ οι κολασμένοι του κόσμου αμόλυντοι εκεί κάτου
και ιδού, επιτέλους, στ’ ανθρώπινα χέρια προνόμια θεϊκά.

Κύματα ευτυχίας, πεταλούδες λευκές, μέλι, ανθοί και καρποί
απαγορευμένοι και ιδιοτελείς, γνωρίζουμε πώς, προηγουμένως.
Ρυτίδες ελπίδες στη γλώσσα του ο καθείς, κανένας μελαγχολημένος,
άλλοτε άδικα σκότωνε η αιμοδιψής πολεμική ριπή.

Χαράζει (νομίζω), λιώνουν τα μαύρα βουνά και η ζωή βιαστική
δεν είναι (θαυμάσια φίλοι μου, δεν έχω την κατάρα του τελευταίου),
παράξενη ησυχία θα πεις όμως έχουμε την υπόσχεση του ευκταίου.

Η φτώχεια δεν κλαίει με τα παιδιά της μήτε η φάλτσα μουσική,
αθάνατο νερό, μόνιμα πρελούντια Χαράς (και πια δεν περιμένω
τον βαρύ τον πένθιμο τον χαμηλό ρυθμό τον λυπημένο).

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Προς τους αλεξιπτωτιστές όλων των εποχών
 
[Ενότητα Πέντε συν δύο (ας πούμε) σονέτα]

(Μικρό διάλειμμα στους άλλους καβγάδες.)

Φίλος είναι μα νευριάζει απερίσκεπτα καθώς
δηλώνω συγγενής των Απάτσι, των Τσερόκι, των Σαγιέν.
Από την Τσικαντότσκα στο Μπάφαλο περπάτησα και δεν
γνωρίζω αν γυρίσω πίσω∙ λίγα τα ψωμιά μου, άλλο φως

δεν υπάρχει πάρεξ των παιδικών χρονών εκείνο
που μιλούσε με τη σελήνη με τους γρύλους με τη σιγή,
σταυροπόδι ο καπνός χάιδευε τον ήλιο και των σπαρτών τη γη
για λίγο μόνο κόκκινα μπαϊράκια, παιχνίδι πες, στον αχινό

του βάθους μας έριξαν. Α, φίλε, πόσο φαρμάκι έχει το Ουράνιο
του χώματός μας που σκεπάζει όσια κόκαλα, βακούφια ιερά
κι ανώνυμα — για να κομπάζεις τώρα εσύ πατριώτης φανερά

επαγγελματίας μα τίποτε άλλο ωραίο δίκαιο ή σπάνιο
(Τώρα του κόσμου οι άποικοι ανελέητα μας ντουφεκίζουν∙
θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν).

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Σονέτο 7
« Reply #266 on: 10 Feb, 2018, 19:23:53 »
Μάρκος Μέσκος, Σονέτο 7
 
[Ενότητα Πέντε συν δύο (ας πούμε) σονέτα]

Η Σαντορίνη ριμάρει με τους πιγκουίνους τα Βοδενά με το πουθενά
σωτήρια παρένθεση εκείνων που προσφέρουν ακόμη κεράσια στο νερό
βγάλε λοιπόν από το μυαλό σου τους κρατήρες των ηφαιστείων και
μη συχνάζεις εκεί∙ καλωσόρισε τ’ ανέλπιστα δάση που βουίζουν

στα όνειρά σου, έτσι να χαρείς, πάρε κάποιο άλλο τραγούδι. Η κουκου-
βάγια που προαναγγέλλει τα κατάμαυρα και ζητάει συντροφιά
στη δυστυχία έχει κι άλλον σκοπό, της αρχαίας Αθηνάς η σοφία τι
διάολο, τίποτε δεν σου ’δωσε; (Θλιβερές απαντήσεις πάλιν ακούω,

ενοχές απόμειναν, φτερά περιστεριών χειροκροτήματα ηχούν
ακόμα στις πλατείες∙ μακάρι να χτυπούσαν και οι καμπάνες
μουσικές στους δρόμους, μια ψευδαίσθηση αναγκαία και περι-

ποιημένη, τώρα που αγγίζουν τα φτερά σου άλλες φτερούγες παγωμένες
αν τρέχουν τρελά τα δέντρα όταν φυσάει μην ακούς λόγια —
μέσα στα τόσα μόνο το κακό επιζεί φωνάζει το αγκάθι παρατεταμένα.)

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Χαιρετισμοί
« Reply #267 on: 10 Feb, 2018, 19:34:48 »
Μάρκος Μέσκος, Χαιρετισμοί
 
[Ενότητα Πέντε συν δύο (ας πούμε) σονέτα]

Υπάρχει μνήμη στο κέντρο της γης∙ ήλιος στον ουρανό και ουτοπίες.

Κατηφορίζοντας, θαρρώ, την Κατάρα και δεξιά, κατ’ ευχήν, η παλιά Βοβούσα
άνθρωποι κάθε εποχής περαστικοί μα η σκοτωμένη ώρα μάταια προσμένει
άλλοι έσπειραν άλλοι θέρισαν και το δίκιο στην άκρη του γκρεμού
πρωτόφαντα όπλα καθώς εξαίσιοι θεοί τα δόλια άλογα του Κορτέζ
σαν όπως εξέρχεσαι της αγάπης κατισχυμένος κι αντηχεί
το χάος με φλογέρες και σκόνη — η άκρη του κόσμου ποια να ’ναι;

Άπολις εγώ, είπε, κι εγώ με την αυτογνωσία τάχα τι κερδίζω
μόνος, ολομόναχος με την ευχή της μάνας μόνον
στην ανθρωπογεωγραφία Κατράνιτσα ή Βοβούσα ή Γραμματίκοβο ή —
ο κεραυνός του μαχαιριού στην κορυφή της κεφαλής κι ο μόσχος μουγκρίζει
κόκκινο-μαύρο, κόκκινο-μαύρο, κόκκινο-μαύρο... — Πυρ!
αδιέξοδα της ιστορίας πνιγμένες φωνές — η άκρη του κόσμου ποια να ’ναι;

Αλλοπαρμένα δειλινά κι οι μάγισσες σφυρίζουν μα εκείνος με τον αέρα μιλεί
τι δίνει τώρα για την ψυχή του τι προσφέρει στη βαθιά του πίστη
τον Δημήτριο Γκίνη, πρώην ποιμένα, άγγελο άγγελο των μακρινών ουρανών
σήμερα η θάλασσα μουρμουρίτσα κι αρραβωνιασμένα κύματα γιαλό-γιαλό
αύριον τα ποιήματα φι χι ψι και νετρόνιον ωμέγα
ω μέγα ψεύδος της τέχνης ω μέγα ψεύδος μας — η άκρη του κόσμου ποια να ’ναι;

Γλώσσα του ανέμου της στάχτης σάρκα ήτανε λάθος το πρωί και λάθος
το φεγγάρι που λευκάζει τα σεντόνια του Άδη όταν όλοι
σκεφτικοί γυρίζουμε πίσω στην πρώτη φωτιά
κατηφορίζοντας την Κατάρα κι ανηφορίζοντας την Ευχή —
με το δικό του φιλί με το δικό του χαίρε, ο αδέκαστος,
ο γιος της Καλλιόπης ακόμη ζων κι ακόμη ρωτώντας.

Από τη συλλογή Χαιρετισμοί (1995)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο (VII)
« Reply #268 on: 10 Feb, 2018, 19:44:24 »
Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο (VII)
 
Το χέρι κοντά στα χείλια και στα μαλλιά∙ μια δω μια κει φτερουγίζει.

Από τη συλλογή Ψιλόβροχο (2000)

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Posts: 66884
  • Gender: Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • 116102296922009513407
    • hellenicwings
    • Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο (IX)
« Reply #269 on: 10 Feb, 2018, 19:48:33 »
Μάρκος Μέσκος, Ψιλόβροχο (IX)
 
Στον κάβο ψηλός βράχος έδενε παλιά το καράβι.
Μπάρκο-ξεμπάρκο και φωνές ανθρώπων που κατεβαίνουν σιωπηλά
ό,τι γίνει να γίνει ψιθυριστά μην τάχα προβάλει η σελήνη και
τους φανερώνει ωχρούς μην τάχα ο ήλιος εκραγεί
από τη μεριά του κάμπου.

Σαν τότε και σαν τώρα και σα βαθιά μελλούμενα
μπάρκο-ξεμπάρκο στο σκοτάδι και στη σιωπηλή φωνή
τον δρόμο ανοίγοντας προς τα βουνά. (Συνέχεια από τότε
κάποιος πετροβολεί το φεγγάρι.)

Από τη συλλογή Ψιλόβροχο (2000)