copy -> αντίγραφο, αντίτυπο, υλικό, απομίμηση, απόσπασμα κτηματολογίου, διαφήμιση έτοιμη για εκτύπωση, είδηση, έτοιμο για στοιχειοθεσία, θέμα άρθρου, θέμα δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, κείμενο, κείμενο για δημοσίευση, κείμενο διαφήμισης, κείμενο έτοιμο για στοιχειοθεσία, κομμάτι, κόπια, λαβράκι, παράδειγμα, πρότυπο, φύλλο, φωτοτυπία, φωτοαντίγραφο, φωτοκόπια, χειρόγραφο, αντιγράφω, αντιγράφω σε διαφανές μέσο, απομιμούμαι, κοπιάρω, μιμούμαι, ξαναγράφω σε άλλη επιφάνεια, ξεπατικώνω, ξεσηκώνω, πιθηκίζω, μιμούμαι, φωτοτυπώ, φωτοκοπιάρω, βγάζω φωτοτυπία, βγάζω φωτοκόπια


  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 2
    • Gender:Female
δημοσιογραφική ορολογία

Χαίρετε και καλή χρονιά! Έχω πολλές και διάφορες ερωτήσεις αλλά λέω να ξεκινήσω με το "copy!" που αναφωνούν στην αίθουσα σύνταξης εφημερίδας οι (Αμερικάνοι) ρεπόρτερ που έχουν έτοιμο άρθρο. Και αν ξέρει κάποιος πώς είναι στα ελληνικά το rewrite? Ο ρεπόρτερ δίνει τηλεφωνικά τα βασικά μιας είδησης στο rewrite της εφημερίδας. Το λέμε κάπως αλλιώς; Ευχαριστώ!
« Last Edit: 07 Jan, 2020, 13:43:24 by spiros »


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812592
    • Gender:Male
  • point d’amour
Καλώς όρισες -:)
Να κρατήσουμε αυτό για το copy και για τα υπόλοιπα κάνεις νέα θέματα, ΟΚ; Στην περίπτωση που λες, μάλλον κάτι σαν «έτοιμο(ς)!»

(journalism) The text that is to be typeset.
(journalism) A gender-neutral abbreviation for copy boy.

Copy — All material for publication, whether
written stories or pictures.

Copy is written material, in contrast to photographs or other elements of layout, in contents such as magazines, advertising, and books.

In advertising, web marketing and similar fields, copy refers to the output of copywriters, who are employed to write material which encourages consumers to buy goods or services.

In publishing more generally, the term copy refers to the text in books, magazines, and newspapers. In books, it means the text as written by the author, which the copy editor then prepares for typesetting and printing. This is also referred to as "editorial copy", which is said to have two subdivisions, the body copy and the adjuncts to the body copy. The term's usage can be demonstrated in the way an editor decides to embed an advertising material directly into the editorial copy, which means that the ad would use the same font, layout presentation, feel of the editorial copy it is being integrated into. This concept underscores how the copy can also refer to the identity of the newspaper or the magazine since the method of composition and layout can define its brand and positioning.

In newspapers and magazines, "body copy" is the main article or text that writers are responsible for, is contrasted with "display copy", accompanying material such as headlines and captions, which are usually written by copy editors or sub-editors.

Copy - Main text of a story.

1 αντίγραφο a. a transcript or reproduction of an original): copy of a letter Αντίγραφο επιστολής b. something made or formed, or regarded as made or formed, in imitation of something else: Is this the original or is it a copy? Αυτό είναι το πρωτότυπο ή είναι αντίγραφο;
2 αντίτυπο (an individual example of a manuscript or print): How many copies were sold? Πόσα αντίτυπα πουλήθηκαν;
3 'κείμενο' , 'χειρόγραφο' (matter prepared for printing): The journalist sent in his copy Ο δημοσιογράφος παρέδωσε το κείμενό του
4 'λαβράκι' (suitable sourse material for journalism): His resignation will make good copy Η παραίτησή του θα είναι λαβράκι
verb transitive
1 αντιγράφω a. to make a copy of (a writing): copy from the original Αντιγράφω από το πρωτότυπο b. to make a copy of (a picture, or other work of art, etc.): copy a drawing Αντιγράφω σχέδιο c. to make or form an imitation of (anything); to imitate: He copies his father Αντιγράφει τον πατέρα του d. to cheat by writing the same thing as somebody else: He was caught copying during the examination Συνελήφθη να αντιγράφει στο διαγώνισμα
2 φωτοκοπιάρω (to photocopy): I copied the contract on a photocopier Κοπιάρησα το συμβόλαιο σε φωτοαντιγραφικό μηχάνημα
Magenta English-Greek dictionary for English Speakers

ουσ. αντίγραφο, κν. κόπια: you can have a copy if you want to μπορείς να λάβεις αντίγραφο αν το επιθυμείς # (για βιβλία κτλ.) αντίτυπο: how many copies were sold? πόσα αντίτυπα πουλήθηκαν; # απομίμηση, "αντίγραφο": is this the original or is it a copy? είναι το πρωτότυπο ή είναι αντίγραφο; # τυπ. 1. κείμενο για δημοσίευση: the journalist sent in his copy ο δημοσιογράφος παρέδωσε το κείμενό του > 2. θέμα δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, "είδηση": his resignation will make good copy η παραίτησή του θα αποτελέσει είδηση > 3. κείμενο διαφήμισης: island copy διαφήμιση περιβαλλόμενη από κανονικό κείμενο > 4. "χειρόγραφο", (κείμενο) έτοιμο για στοιχειοθεσία > 5. διαφήμιση έτοιμη για εκτύπωση # ΦΡ. copy boy κλητήρας § copy desk τυπ. γραφείο σύνταξης και τίτλων εφημερίδας § copy editor συντάκτης ύλης (εφημερίδας κτλ.) § copy writer αρθρογράφος § association copy ειδικά σχολιασμένο ή αφιερωμένο αντίτυπο βιβλίου § attested / certified copy επικυρωμένο ή θεωρημένο αντίγραφο § carbon copy 1. αντίγραφο από καρμπόν > 2. μτφ. πιστό αντίγραφο § desk copy 1. (δημοσιογραφικό) κείμενο σύνταξης, κόπια > 2. αντίτυπο (παραχωρούμενο τιμής ένεκεν) § exact copy ακριβές αντίγραφο § hard copy έκτυπο, αντίγραφο από εκτυπωτή ΗΥ § presentation copy αντίτυπο προσφερόμενο τιμής ένεκεν § prompt copy κείμενο υποβολέα § review copy αντίτυπο αποστελλόμενο στους βιβλιοκριτικούς § true copy ακριβές αντίγραφο § working copy σχολιασμένο αντίτυπο
Magenta English-Greek dictionary Golden version
« Last Edit: 07 Jan, 2020, 13:12:45 by spiros »


Search Tools