virtual -> εικονικός, ιδεατός, ηλεκτρονικός, εξ αποστάσεως, από απόσταση, άυλος, πλασματικός, κατοπτρικός, ουσιαστικός, κατ' ουσία, πρακτικά, στην πραγματικότητα, πραγματικός

valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
virtual -> ιδεατός  (ΕΛΕΤΟ), εικονικός

Adjective
virtual (not comparable)

In effect or essence, if not in fact or reality; imitated, simulated.
In fact a defeat on the battlefield, Tet was a virtual victory for the North, owing to its effect on public opinion.
Virtual addressing allows applications to believe that there is much more physical memory than actually exists.
Having the power of acting or of invisible efficacy without the agency of the material or measurable part; potential.
Nearly, almost. (A relatively recent development in meaning)
The angry peasants were a virtual army as they attacked the castle.
Simulated in a computer or online.
The virtual world of his computer game allowed character interaction.
Operating by computer or in cyberspace; not physically present.
a virtual assistant; a virtual personal trainer
(computing, object-oriented programming, of a class member) Capable of being overridden with a different implementation in a subclass.
(physics) Pertaining to particles in temporary existence due to the Heisenberg uncertainty principle.
Synonyms
(in effect or essence): de facto
Antonyms
real
https://en.wiktionary.org/wiki/virtual


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 814140
    • Gender:Male
  • point d’amour
Το επίθετο εικονικός γνώρισε χάρη στις εξελίξεις της υψηλής τεχνολογίας σημαντικές σημασιολογικές εξελίξεις. Η νεοελληνική γλώσσα μέχρι πριν από λίγα χρόνια γνώριζε μόνο τις σημασίες «φαινομενικός», κατ’ επέκταση «ψευδής, πλασματικός, μη πραγματικός» και  δευτερευόντως «εικονιστικός», σε συγκεκριμένα πάντα γλωσσικά περιβάλλοντα. Το ΛΚΝ καταγράφει μόνο αυτές τις παραδοσιακές σημασίες:

εικονικός -ή -ό [ikonikós] E1 : 1. που γίνεται, υπάρχει, υφίσταται μόνο φαινομενικά: εικονικό συμβόλαιο. Εικονική πώληση / Εικονική μεταβίβαση. || εικονικός  γάμος. Εικονική συνεδρίαση. Εικονική εκτέλεση. εικονικός αντίπαλος / εικονικός στόχος, υποθετικός. Εικονικά πυρά. ANT πραγματικά. || (νομ.) Εικονική δικαιοπραξία, που γίνεται με εκούσια ψευδή δήλωση της βούλησης αυτών που την καταρτίζουν για να παραπλανήσουν τρίτον. 2. εικονιστικός: Εικονική τέχνη. ANT ανεικονική. Εικονικός διάκοσμος. Εικονική παράσταση. εικονικά EΠIPP. [λόγ. < ελνστ. εἰκονικός]

Το ΛΝΕΓ προσθέτει το σύμπλοκο εικονική πραγματικότητα, χωρίς να επεκτείνεται στις χρήσεις που προέκυψαν από τους σχετικούς όρους της Πληροφορικής. Το υπό έκδοση Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής της Ακαδημίας Αθηνών δίνει έμφαση στις πρόσφατες χρήσεις του επιθέτου, όπως φαίνεται από το σχετικό λήμμα:

εικονικός, ή, ό [εἰκονικός] ει-κο-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που δεν ισχύει, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, δεν είναι αληθινός, φαινομενικός: εικονικός: πόλεμος. εικονική: (ΝΟΜ.) δίκη/εκτέλεση/μεταβίβαση. (ΟΙΚΟΝ.) εικονικό: κεφάλαιο. εικονικές: δαπάνες/πωλήσεις. εικονικά: πυρά/τιμολόγια. Πβ. πλασματ-, υποθετικός, ψεύτικος, πλαστός. ΑΝΤ. αληθινός (1), πραγματικός (1) 2. ΠΛΗΡΟΦ. που δημιουργείται, προσομοιώνεται, μεταδίδεται ή εκτελείται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή δικτύου υπολογιστών: εικονικός: κόσμος/χάρτης. εικονική: βιβλιοθήκη/εφαρμογή/περιήγηση. εικονικό: μουσείο/παιχνίδι/ περιβάλλον (= εικονική πραγματικότητα)/πληκτρολόγιο/σύμπαν/σχολείο (ΑΝΤ. συμβατικό). εικονικές: διευθύνσεις/επιχειρήσεις/πτήσεις. εικονικά: εκθέματα/ζώα/περιβάλλοντα. Πβ. διαδικτυακός, ηλεκτρονικός, ψηφιακός. 3. (σπάν.) που έχει σχέση με την εικόνα ή την απεικόνιση: εικονικός: διάκοσμος. εικονική: τέχνη. ΣΥΝ. απεικονιστικός (1), εικονιστικός ΑΝΤ. ανεικονικός ● επίρρ.: εικονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εικονική αερομαχία: που γίνεται χωρίς πραγματικά πυρά: Η διαδικασία της αναχαίτισης εξελίχθηκε σε ~ ~., εικονική μνήμη: ΠΛΗΡΟΦ. προσωρινό, αποθηκευτικό μέσο στον σκληρό δίσκο που υποστηρίζει τη λειτουργία εφαρμογών, όταν δεν επαρκεί η φυσική (κύρια) μνήμη του υπολογιστή. [< αγγλ. virtual memory, 1959] , εικονική πραγματικότητα 1. ΠΛΗΡΟΦ. αλληλεπιδραστικό τρισδιάστατο περιβάλλον προσομοίωσης, η απεικόνιση του οποίου γίνεται σε πραγματικό χρόνο: διαδικτυακή ~ ~. Βλ. κυβερνοχώρος. 2. (μτφ.) απατηλή εικόνα για την πραγματικότητα: Τα ΜΜΕ δημιουργούν μια ~ ~. Κρύβει τα προβλήματα και κατασκευάζει ~ές ~ες. [< αγγλ. virtual reality, 1987] , εικονικό γραφείο: εταιρεία που λειτουργεί μέσω διαδικτύου., εικονικό εργαστήριο βλ. εργαστήριο, λευκός/εικονικός γάμος βλ. γάμος [< 1,3: μτγν. εἰκονικός 2: αγγλ. virtual, 1959]

Είναι προφανές ότι ένα λεξικό που απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό δεν μπορεί να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες. Αυτό μπορεί να γίνει σε εξειδικευμένες λεξικογραφικές μελέτες. Η λύση που απομένει είναι να περιοριστεί κανείς στην καταγραφή των συχνότερων  συνδυαστικών δυνατοτήτων, έστω και αν θυσιάζεται η πληροφοριακή αξία. Παραθέτουμε, για παράδειγμα, το σύμπλοκο εικονικά ζώα και αν ενδιαφέρει τον χρήστη του λεξικού, μπορεί να ανατρέξει σε άλλες πηγές για να αντλήσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Το Oxford English Dictionary καταγράφει το virtual pet (πρώτη μνεία: 1993) ως Draft partial entry, March 2004, με πλήρη ορισμό: “an electronically simulated animal with which human interaction is possible; spec. a hand-held toy with a small screen displaying the animated image of a pet which can be cared for and responded to (by pushing buttons) as if it were a real pet”.
http://www.eleto.gr/download/Conferences/8th%20Conference/Papers/8th_00b_CharalambakisChristoforos_Paper_V02.pdf
« Last Edit: 24 Jun, 2020, 17:53:55 by spiros »



 

Search Tools