risk -> διακινδύνευση, κίνδυνος, ρίσκο, διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, διακυβεύω, θέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω, αποτολμώ

valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
risk -> διακινδύνευση (ΕΛΕΤΟ), κίνδυνος (προβληματική απόδοση του risk και προτείνεται π.χ. από ΕΛΕΤΟ, ΕΛΟΤ και ΤΕΕ να παραμείνει ως απόδοση των hazard / danger). Συχνα, χρησιμοποιείται και το δάνειο: ρίσκο


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 814140
    • Gender:Male
  • point d’amour
Διαχείριση διακινδύνευσης και επικοινωνία του Ιωάννη Χ. Σαριδάκη, Χημικού Μηχανικού, υπευθύνου του τομέα Τυποποίησης του ΕΛΟΤ «Επιστήμες της Διοίκησης»



 

Search Tools