συνταγή - συνταγογραφώ - συνταγογραφία - συνταγογράφηση

valeon · 1 · 3562

valeon

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 13956
    • Gender:Male
  • Κώστας Βαλεοντής <Φυσική, Tηλ/νίες, ΙΤ, Ορολογία>
Με αφορμή το νήμα: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=91021.new#new

ΛΚΝ

συνταγή η [sindají] O29 : 1α.γραπτή εντολή γιατρού προς φαρμακοποιό να δώσει σε ασθενή κάποιο φάρμακο ή ενδεχομένως και να το παρασκευάσει ο ίδιος: Γράφω / δίνω μία ~. Φάρμακα που δε δίνονται χωρίς ιατρική ~. || το χαρτί όπου είναι γραμμένη η παραπάνω ιατρική εντολή. β. ...

συνταγογραφώ [sindaγoγrafó] -ούμαι P10.9 : γράφω σε συνταγή το φάρμακο που πρέπει να πάρει ένας ασθενής. [λόγ. συνταγογραφ(ία) -ώ]

συνταγογραφία η [sindaγoγrafía] O25 : η ενέργεια του συνταγογραφώ, το γράψιμο συνταγής. [λόγ. συνταγ(ή)1α -ο- + -γραφία]



ΛΝΕΓ

συνταγογραφία (η) 1. το σύνολο των κανόνων για τη γραφή ιατρικών συνταγών 2. η γραφή ιατρικής συνταγής.

συνταγογραφώ ρ. μετβ. | συνταγογραφείς... | συνταγογράφ-ησα, -ούμαι. -ήθηκα, -ημένος | (για γιατρό) γράφω (συγκεκριμένα φάρμακα) σε συνταγή. συνταγογράφηση (η).



Όπως φαίνεται παραπάνω το ΛΚΝ ορίζει την συνταγογραφία ως ενέργεια του ρήματος συνταγογραφώ. Δεν συμφωνώ και θεωρώ σωστότερο τον ορισμό της συνταγογραφίας του ΛΝΕΓ που δίνει ως ενέργεια του συνταγογραφώ τη συνταγογράφηση.

Τόσο η συνταγογραφία, όσο και το συνταγογραφώ είναι σύνθετα – σε τελική ανάλυση – από τις λέξεις συνταγή + γράφω: συνταγογραφώ < συνταγή +-γραφώ (< γράφω), συνταγογραφία < συνταγή +-γραφία (< γράφω), ενώ η συνταγογράφηση είναι παράγωγο του συνταγογραφώ.

Να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους:

συνταγογραφώ (αμετάβατο και μεταβατικό) -> ό,τι λένε και τα δύο λεξικά (αλλά όχι μόνο μεταβατικό όπως λέει το ΛΝΕΓ)
συνταγογράφηση -> η ενέργεια του ρήματος συνταγογραφώ
συνταγογραφία -> ο ορισμός του ΛΝΕΓ (στη δεύτερη σημασία του οποίου θα έβαζα τις συνταγές σε πληθυντικό αριθμό: η γραφή ιατρικών συνταγών)

Σωστή χρήση των όρων γίνεται στα παρακάτω παραδείγματα προτάσεων:

Οι γιατροί, γενικώς, συνταγογραφούν. (= γράφουν συνταγές) (χρήση του αμετάβατου ρήματος)
Κάθε γιατρός έχει και τη δική του συνταγογραφία. (= γράφει συνταγές ορισμένου συνόλου φαρμάκων, έχει προτιμήσεις σε ορισμένο σύνολο φαρμάκων)
Ο γιατρός συνταγογράφησε (= έγραψε σε συνταγή) το τάδε φαρμακο. (χρήση του μεταβατικού ρήματος)
Η συνταγογράφηση (και όχι η συνταγογραφία) του Χ φαρμάκου απαγορεύτηκε.
Χρειάζονται μέτρα στον τομέα της συνταγογραφίας. Χρειάζεται να περιοριστεί η ανεξέλεγκτη συνταγογράφηση φαρμάκων.
Η υπερσυνταγογράφηση ορισμένων φαρμάκων μπορεί να είναι ένδειξη συναλλαγών μεταξύ ορισμένων γιατρών με κάποιες φαρμακευτικές εταιρείες.

Σημείωση Η σχέση συνταγογραφίας συνταγογράφησης είναι η ίδια με τις σχέσεις ορθογραφίας ορθογράφησης, τηλεγραφίας τηλεγράφησης, ιχνογραφίας ιχνογράφησης κ.ά.


 

Search Tools