ημέρα ή μέρα

wings · 11 · 11713

Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 68129
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
ημέρα ή μέρα
 
Ουσιαστικό θηλυκού γένους.

Στην καθημερινή γλώσσα ημέρα είναι το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου.
 
Σύμφωνα με την ελληνική έκδοση της Βικιπαίδειας στην αστρονομία ημέρα είναι ο χρόνος που χρειάζεται ένα ουράνιο σώμα, συνήθως η Γη, για μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον άξονά της. Στην περίπτωση της Γης μία ημέρα διαρκεί περίπου 24 ώρες και για το λόγο αυτό είναι γνωστή και ως εικοσιτετράωρο. Ωστόσο, ο ακριβής χρόνος περιστροφής της Γης είναι 23 ώρες 56 λεπτά και 4 δευτερόλεπτα, ένα πρακτικά σταθερό χρονικό διάστημα, γνωστό ως αστρική ημέρα. Οι κάτοικοι της Γης όμως αντιλαμβάνονται την εναλλαγή ημέρας και νύκτας με μέσο ρυθμό 24 ωρών περίπου εξαιτίας της περιφοράς της Γης περί τον Ήλιο σε 365 ημέρες. Αυτό το διάστημα ονομάζεται ηλιακή ημέρα και κυμαίνεται γύρω από την τιμή 86.400 δευτερόλεπτα κατά -22 έως +29 δευτερόλεπτα, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς της Γης και της κλίσης της. Η μέση τιμή μιας ηλιακής ημέρας ονομάζεται μέση ηλιακή ημέρα. Έτσι, ακόμα και οι αστρονόμοι, όταν αναφέρονται στην ημέρα ως μονάδα χρόνου, εννοούν αυστηρά το χρονικό διάστημα των 86.400 δευτερολέπτων ή 24 ωρών και όχι των 23 ωρών 56 λεπτών και 4 δευτερολέπτων.

Θέμα της εβδομάδας: Μέτρηση του χρόνου

Η χθεσινή «Άσπρη λέξη»

ημέρα η [iméra] & μέρα η [méra] Ο25 : 1α. το χρονικό διάστημα από την ανατολή του ήλιου ως τη δύση του: Xειμωνιάτικη / ανοιξιάτικη μέρα. Mια βροχερή / ηλιόλουστη μέρα. H μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Mη βιάζεσαι, όλη η μέρα είναι δική μας. Tι κουραστική μέρα! Nα έρθεις όσο είναι ακόμα μέρα, προτού σκοτεινιάσει. Mας βρήκε η μέρα, ξημερωθήκαμε. (έκφρ.) κι αύριο* μέρα είναι. κάνω τη νύχτα* μέρα. (ευχή) καλή σου μέρα, καλημέρα. ΦΡ βλέπω το φως* της μέρας. κάποιος / κτ. διαφέρει* όσο η μέρα με τη νύχτα. είναι σαν τη νύχτα* με τη μέρα / σαν τη μέρα με τη νύχτα*. ΠAΡ H καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, η καλή ή η κακή έκβα ση φαίνεται από την αρχή. Tης νύχτας* τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά. || H ~ της γυναίκας / του παιδιού, που είναι αφιερωμένη. β. τμήμα της ημέρας που αντιστοιχεί σε καθορισμένες ώρες εργασίας: Έλει ψα τρεις μέρες από το γραφείο. Εργάζεται πέντε μέρες τη βδομάδα. Θα χρειαστώ δυο μέρες για να καθαρίσω. Παίρνει δέκα χιλιάδες δραχμές την ~. Πόσες μέρες άδεια δικαιούσαι; || ~ επισκέψεων / ακροάσεων. 2. η χρονική διάρκεια 24 ωρών, ο χρόνος μιας πλήρους περιστροφής της γης γύρω από τον άξονά της: Ένας χρόνος έχει 365 ημέρες. Έχω μέρες να σε δω. Δέκα μέρες ήμουν νηστικός. Kαταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα ημερών. Tι μέρα έχουμε / τι μέρα είναι σήμερα; - Δευτέρα. Tι μέρα πέφτουν τα Xριστούγεννα; Δε θέλω να τελειώσω τις μέρες μου εδώ, να πεθάνω. Σώθηκαν οι μέρες του, πεθαίνει. Άγιες* μέρες. H ~ της Kρίσεως*. Οι μέρες του είναι λίγες / μετρημένες. Είναι στις μέρες της, για έγκυο, πλησιάζουν οι μέρες που θα γεννήσει. Xρονιάρα* μέρα. Άνθρωπος / θέμα / πρόσωπο της ημέρας, που γίνεται γι΄ αυτόν λόγος, που αποτελεί εφήμερα το κέντρο του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης. Aυγά ημέρας, αυγά πολύ φρέσκα, συνήθ. πτηνοτροφείου με σφραγίδα. Tο πιά το* της ημέρας. (έκφρ.) αποφράδα* ~. μετρώ* τις μέρες. μετράω* μέρες. ΦΡ (δε) βλέπω άσπρη* μέρα. (λόγ.) πλήρης* ημερών. || με ιδιαίτερη επιτόνηση, επιφωνηματικά: Tι μέρα κι η σημερινή! Bρήκες τη μέρα! Mέρα που βρήκες! (λόγ. έκφρ.) την σήμερον* ημέραν. || από μέρα σε μέρα / μέρα με την ~: α. πολύ σύντομα: Tον περιμένουμε από μέρα σε μέρα. β. βαθμιαία, καθημερινά: H κατάστασή του χειροτερεύει μέρα με την ~. || (αστρον.) αληθής ηλιακή* ~. μέση ηλιακή* ~. 3. (πληθ.) εποχή, καιρός: Περάσαμε δύσκολες μέρες. Στις μέρες μας δε γίνονταν τέτοια πράγματα. Θα έρθουν και ευτυχισμένες μέρες. Πέρασα μαύρες μέρες. Mέρες του ΄36. (έκφρ.) έργα* και ημέρες κάποιου. (λόγ.) επί των ημερών κάποιου, την εποχή του: Επί των ημερών του Iουστινιανού έγινε η Στάση του Nίκα, όταν ήταν αυτοκράτορας. 4. η διάρκεια της ημέρας: Δεν μπορώ να κοιμηθώ την ~. || (ως επίρρ.): H καθαρίστρια έρχεται μέρα παρά μέρα. ΦΡ μέρα μεσημέρι*. (έκφρ.) μέρα και νύχτα* / νύχτα* μέρα. μια μέρα, κάποτε: Mια μέρα θα το θυμηθείς. μερούλα η YΠΟKΟΡ.
[αρχ. ἡμέρα· μσν. μέρα < αρχ. ἡμέρα με αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο· μέρ(α) -ούλα]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

ημέρα η· μέρα· μερέα· γεν. ημερός· ημερού· ημερούς· μερός· μερού· αιτιατ. πληθ. ημερές. 1) α) Ημέρα, το χρονικό διάστημα από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου: (Σπαν. V 141)· β) (επιρρ.) μέρα και νύκτα, μερός-νυκτός, νύκτα-μέρα = διαρκώς, πάντοτε: (Πανώρ. Β´ 157), (Βίος Δημ. Μοσχ. 580), (Ερωτόκρ. Α´ 43)· γ) (η αιτιατ. και η γεν. επιρρ.) = κατά τη διάρκεια της ημέρας: τας ημέρας σπουδάζετε, τας νύκτας αγρυπνείτε (Διγ. Gr. 631· Πεντ. Γέν. XXXI 39)· δ) εκφρ. (1) άνεμος της ημερούς, βλ. άνεμος 1 έκφρ.· (2) εις τη δύναμη της ημερούς ετουτηνής, το δυνάμωμα της ημερούς ετουτηνής, βλ. δύναμις 4γ έκφρ. και δυνάμωμα 3· ε) φρ. (1) βλέπω ημέραν, βλ. βλέπω 2γ· (2) βλέπω την ημέραν, βλ. βλέπω 2α· (3) γελάει η ημέρα, βλ. γελώ 2. 2) Ημέρα, ημερονύκτιο: (Φαλιέρ., Ρίμ. 255). 3) Οι περιστάσεις: εμένα τόν εψήλωσεν ο χρόνος τιμημένον …, εμένα τόν ανέβασεν η μέρα και η τύχη (Ριμ. Βελ. ρ 711). 4) Επιρρ. α) ημέραν = μια μέρα: φαίνεταί σου ουκ έζησες ημέραν εις τον κόσμον (Σπαν. O 145)· β) μέρες = (για) αρκετές μέρες: Στο σπίτι εβάλθη να σταθεί (ενν. ο Ρωτόκριτος) μέρες, να μην τον δούσι (Ερωτόκρ. Α´ 2005). 5) Εκφρ. α) διά … ημερών = έπειτα από … μέρες: (Διγ. Gr. 60)· β) εις την ημέρα, μέρα-μέρα = κάθε μέρα: (Πεντ. Αρ. XXVIII 24, Γέν. ΧΧΧΙΧ 10)· γ) λαμπρά ημέρα, μεγάλη μέρα = γιορτινή μέρα: (Ιστ. Βλαχ. 1649), (Εβρ. ελεγ. 164)· δ) δ1) μέραν την ημέρα = από μέρα σε μέρα: (Συναδ. φ. 50v)· δ2) (επιρρ.) μιαν ημέρα = κάποτε: (Αλεξ. 241). 6) Φρ. α) ανοίγει η μέρα, βλ. ανοίγω Β´7β· β) γεμίζουν οι μέρες, βλ. γεμίζω Β´β. 7) α) (Πληθ.) χρόνια, καιρός: επροκόπταν θαυμαστά σε κείνες τες ημέρες (Λίμπον. 104)· β) έκφρ. εις τες ημέρες = τον κατάλληλο καιρό: (Διήγ. Αλ. V 21)· γ) (με γεν. προσώπου) τα χρόνια της επικράτειας, της εξουσίας κάπ.: (Διήγ. Βελ. χ 3). 8) (Πληθ., με γεν. προσώπου) τα χρόνια της ζωής κάπ.: να πληθύνουν οι μέρες σας και οι μέρες των παιδιών σας (Πεντ. Δευτ. XI 21). 9) Ζωή: ζω και φαίνομαι … χωρίς πνοής μου και ζωής και της ημέρας δίχα; (Καλλίμ. 1457)· (ως προσφών. αγαπημένου προσώπου): ήλιε μου, αυγή μου, ημέρα μου (Φλώρ. 468). 10) Ζωή (ή όραση): εκ του φθόνου του πολλού εχάσαν (ενν. οι άνθρωποι) την ημέραν (Διήγ. Βελ. χ 9). 11) Καθορισμένη ημέρα (υπηρεσίας, δίκης, γιορτής, κλπ.): να τα προκρίνει ο αρχιερεύς ή ο κατά την ημέραν κριτής (Ελλην. νόμ. 58422· Ασσίζ. 25721). 12) (Προκ. για δίκη) προθεσμία: Έχει το έτερον μέρος άδειαν να επάρει ημέραν να σηκώσει τους μάρτυρας (Ελλην. νόμ. 52213). 13) (Πληθ.) εργάσιμες μέρες, «καθημερινές»: οι μέρες και οι εορτές δεν είναι όλες ίσια (Δεφ., Λόγ. 318). Ως προσωποπ.: (Ερμον. Ε 6). [αρχ. ουσ. ημέρα. Η λ. και ο τ. μέρα και σήμ.]
Λεξικό Κριαρά

ημέρα [iméra] και μέρα [méra], η (ουσ. Θώρα).
 1)
 α.
 α1.
Χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων ωρών, όσο δηλαδή διαρκεί μία πλήρης περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της· η ημερολογιακή ημέρα

Χρήσεις
Φράσεις
 α2.(μόνο στη γεν.)
Χρησιμοποιείται με το οριστικό άρθρο ως προσδιορισμός του ουσιαστικού που προηγείται για να χαρακτηρίσει κτ ή κπν που για κάποιο λόγο ξεχωρίζει από άλλους ή άλλα μία συγκεκριμένη μέρα ή μία συγκεκριμένη περίοδο

Χρήσεις
 α3.(+γεν.)
Η προκαθορισμένη ημέρα κατά την οποία γίνεται, τελείται, γιορτάζεται κτλ. αυτό που δηλώνει το ουσιαστικό που ακολουθεί

Χρήσεις
 α4.#η ημέρα των Ευχαριστιών
Στη Β. Αμερική ημέρα εορτής ως έκφραση ευγνωμοσύνης για τη χάρη και την ευλογία του Θεού· στις Η.Π.Α. εορτάζεται την τέταρτη Πέμπτη του Νοεμβρίου και στον Καναδά τη δεύτερη Δευτέρα του Οκτωβρίου

Χρήσεις
 β.{αστρον.}
 β1.ηλιακή ημέρα [ηλιακός]
Ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διαδοχικές άνω μεσουρανήσεις του Ήλιου σε κάποιον τόπο

Χρήσεις
 β2.αστρική ημέρα [αστρικός]
Ο χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διαδοχικές άνω μεσουρανήσεις του εαρινού σημείου σε έναν τόπο

Χρήσεις
 β3.πολική ημέρα [πολικός]
Οι συνθήκες φωτισμού που χαρακτηρίζουν τις πολικές περιοχές κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε ο Ήλιος παραμένει καθ’ όλη τη διάρκεια των νυκτερινών ωρών επάνω από τον ορίζοντα, χωρίς ουσιαστικά να δύει, με αποτέλεσμα τις ώρες αυτές να επικρατεί ένα χαρακτηριστικό ημίφως

Χρήσεις
 2)
 α.
Το χρονικό διάστημα στο πλαίσιο του εικοσιτετραώρου το οποίο εκτείνεται από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, σε αντιδιαστολή προς τη νύχτα

Χρήσεις
Φράσεις
 β.
Χρονικό διάστημα στο πλαίσιο μιας ημέρας, κυρίως ως χρόνος εργασίας, αλλά και άλλων δραστηριοτήτων

Χρήσεις
 3)[κύριο, άλλο] {μυθολ.} (με κεφ.)
Θυγατέρα της Νύχτας και του Ερέβους και αδελφή του Αιθέρα, η προσωποποίηση της μέρας

 4)(μόνο στον πληθ.)
Περίοδος ή εποχή

Χρήσεις
Φράσεις
 5){ιστ.} Πόλεμος των Έξι Ημερών [πόλεμος, έξι] Βλ. πόλεμος2α7
 6){νομ.} δήλη ημέρα [δήλος]
Η ορισμένη ημέρα κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί ορισμένη εισφορά

Χρήσεις
–υποκορ. <προφ.> η μερούλα (Θφώκια) (συνήθ. στις σημ. 2α1, 2β)
Χρήσεις
Μεγάλο Ηλεκτρονικό Λεξικό Νεο-Ελληνικής Γλώσσας - Πατάκη (ΜΗΛΝΕΓ-Π)
« Last Edit: 21 Jan, 2020, 15:22:10 by spiros »


Offline Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2920
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Άλλη μια ετυμολογία, γιατί εκεί κρύβεται η αλήθεια των λέξεων: η λέξη ημέρα (με δασεία, άρα κάποτε με αρχικό σ- που μετατράπηκε σε εκπνοή [h] και κατόπιν εξέπεσε εντελώς) συνδέεται πιθανώς ετυμολογικά με τις τευτονικές λέξεις summer (αγγλ.), Sommer (γερμ.), zomer (ολλ.), sommar (σουηδ.), sommer (δαν./νορβ.), όλες εκ των οποίων σημαίνουν "καλοκαίρι". Η σημασιολογική σχέση είναι σαφής: η ημέρα έχει ως γνώρισμα τον ήλιο και τη ζέστη, όπως και το καλοκαίρι :)
In dubio pro reo



Offline wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 68129
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
    • vicky.papaprodromou
    • @hellenic_wings
    • hellenicwings
    • Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Ναι, αλλά κι η νύχτα έχει τη χάρη της, ε; :-)


Offline Falcon

  • Dimitra Tsakiroglou
  • Full Member
  • ***
    • Posts: 479
    • Gender:Female


Offline Dr Moshe

  • Moderator
  • Jr. Member
  • *****
    • Posts: 298
    • Gender:Male
  • Shir HaShirim 8:6,7
    • Linguarium
Αποτελεί ευχάριστη έκπληξη το εύρος των γνώσεων που προσφέρουν οι αγαπητοί φίλοι, συγκεντρώνοντας μάλιστα πολύτιμο υλικό. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι αναλύοντας σωστά τους όρους στα συστατικά τους μπορούμε να εντοπίσουμε ομόρριζα που αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητα.

Με αυτό το σκεπτικό είναι γοητευτική η σύνδεση της λέξης ἡμέρα με τον τύπο των τευτονικών γλωσσών για το «καλοκαίρι» (αγγλ. summer, γερμ. Sommer κτλ.), πολλώ μάλλον αφού ταιριάζει και ως προς τη σημασία. Εντούτοις, παρά την καλή θέληση, προσκρούουμε σε μια ανυπέρβλητη δυσκολία: το αρχ. ἡμέρα είναι στην πραγματικότητα μεταπλασμένος τύπος τού ομηρικού αρχαϊκού συνωνύμου ἦμαρ, -ατος, το οποίο δεν δασύνεται. Η δασεία στο αρχ. ἡμέρα είναι υστερογενής και εικάζεται ότι οφείλεται σε αναλογία προς την ἑσπέρα. Εφόσον ο τύπος ἦμαρ δεν εμφανίζει αρχικό δασύ, δεν είναι δυνατόν να επανασυνθέσουμε ρίζα *sem- και αντίστοιχες μεταπτωτικές βαθμίδες.

Συχνά στην ετυμολογία μια όμορφη ιδέα μπορεί να ανατραπεί από κάτι εντελώς πεζό, που ωστόσο ενδέχεται να αποδειχθεί αξεπέραστο. Εκφράζω όμως την εκτίμησή μου προς τον αγαπητό φίλο που μελετά τέτοιου είδους περιπτώσεις αναζητώντας την ετυμολογική αρχή.

Ευχαριστώ.
A Reina, mi tesoro

אשׁת־חיל מי ימצא ורחק מפנינים מכרה :Mishle משׁלי  31:10
A woman of valour who can find? For her price is far above rubies (JPS)


Offline Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2920
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Αξιότιμε κύριε Καθηγητά, έχετε απόλυτο δίκιο ότι το ημέρα προέρχεται από το ήμαρ, το οποίο δεν δασύνεται. Γνωρίζω επίσης ότι μπροστά σας οι γνώσεις μου είναι ελάχιστες... Πάντως, με κάθε ταπεινότητα, δεν σας κρύβω ότι γνώριζα την άποψη που αναφέρετε περί της σχετικής δυσκολίας της σύνδεσης των δύο τύπων (η οποία σήμερα είναι και η κρατούσα, όπως έχω παρατηρήσει περιπλανώμενος στη σχετική εργογραφία), γι' αυτό στη διατύπωσή μου πρόσεξα και χρησιμοποίησα τη λέξη "πιθανώς", όπως θα παρατηρήσατε.

Παρ' όλα αυτά, τόλμησα να αναφέρω την πιθανή σύνδεση του ημέρα με τα Sommer κ.λπ. διότι ακόμη αναρωτιέμαι για το εξής: πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι (και θα ήθελα τα φώτα σας, αν βεβαίως έχετε το χρόνο να μου απαντήσετε) ότι το ομηρικό ήμαρ δεν είχε υποστεί ψίλωση, αφού η Ομηρική, όπως έχω την εντύπωση ότι συμβαίνει (και διορθώστε με, αν σφάλλω), ενσωμάτωνε πολλά ιωνικά στοιχεία; Η Ιωνική (όπως και η λεσβιακή Αιολική, άλλωστε) διακρινόταν για την ψίλωση, απ' όσο γνωρίζω.

Εξάλλου, το γεγονός ότι το ήμαρ κλίνεται κατά το ήπαρ ή το φρέαρ (οπότε θα έλεγε κανείς ότι η ρίζα του θα ήταν *a:mar/n > ήματος < *a:m-n-tos1) ίσως να μη λέει τίποτα από μόνο του, αφού θα μπορούσε να αποτελεί περαιτέρω μετάπλαση της αρχικής (για τα ελληνικά δεδομένα) λέξης ήμαρ, όπως συνέβη με το ύδωρ (που μεταπλάστηκε στο θέμα της γενικής ύδατος < *ud-n-tos, κατά το γνωστό σχήμα των ριζών που εναλλάσσουν το θεματικό r με n, υπολειμματικά στοιχεία του οποίου συναντάμε και στο λατ. jecur / jeci-n-oris)...

Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά με την ανωτέρω συλλογιστική; Μήπως, με ένα τέτοιο σκεπτικό, η δυσκολία δεν είναι εν τέλει ανυπέρβλητη;

1 Δυστυχώς δεν διαθέτω όλα τα σύμβολα που αποδίδουν τα ινδοευρωπαϊκά φωνήματα, γι' αυτό και συμβολίζω τη μακρότητα με : και παραλείπω τον μικρό κύκλο κάτω από το n. Ας μου συγχωρεθεί αυτή η εξ ανάγκης ανακρίβεια στη γραφική αναπαράσταση

Υ.Γ. Σας ευχαριστώ θερμά, επίσης, για τα καλά σας λόγια. Μου δίνουν το θάρρος να συνεχίζω...
« Last Edit: 19 May, 2009, 19:54:23 by Asdings »
In dubio pro reo


Offline Dr Moshe

  • Moderator
  • Jr. Member
  • *****
    • Posts: 298
    • Gender:Male
  • Shir HaShirim 8:6,7
    • Linguarium
Αγαπητέ φίλε,

Σας ευχαριστώ για τα σχόλια που κάνατε και εκτιμώ ότι θελήσατε να εκθέσετε λεπτομερώς το σκεπτικό σας. Είστε αξιέπαινος που ακολουθείτε υγιή γραμμή σκέψεως στην πολυδαίδαλη όντως ιστορική γλωσσολογία και θέτετε τα σωστά ερωτήματα.

Καταλαβαίνω όσα γράφετε για την ομηρική ψίλωση. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που μας εμποδίζουν να δεχτούμε την ελκυστική σας ανάλυση. Πρώτον, η ομηρική γλώσσα είναι εξαιρετικά μικτή και με τόσες διαλεκτικές επιρροές, ώστε αποβαίνει συχνά δύσκολο να προσδιορίσουμε ποια στοιχεία είναι υποστρωματικά και ποια οφείλονται σε υστερογενή επίδραση. Για τον λόγο αυτόν προτιμούμε να τεκμηριώσουμε έναν τύπο και από άλλη πηγή, προτού αποφασίσουμε ότι ανήκει σε ορισμένη διαλεκτική ποικιλία. Δεύτερον, στα ίδια τα ομηρικά έπη παρατηρούμε τόσο το αρχαϊκό ἦμαρ (πάντοτε χωρίς δασεία) όσο και το μεταπλασμένο (ιωνικό) ἡμέρη / πληθ. ἡμέραι (πάντοτε δασυνόμενο). Η συνύπαρξή τους στο ίδιο κείμενο παρέχει σαφή ένδειξη ότι το ἦμαρ δεν υπέστη ψίλωση στη συνέχεια, αλλά ότι ο τύπος αυτός είναι ο αρχικός.
Λάβετε επίσης υπ' όψιν ότι στη δωρική διάλεκτο συναντούμε κατά κανόνα τον τύπο ἀμέρα (χωρίς δασεία) και αυτό συμβαίνει σε κείμενα όπου ο δασύς φθόγγος σημειώνεται κανονικά σε άλλες λέξεις (π.χ. ἁμετέρα, ἅμερος, στο ίδιο χειρόγραφο). Συνεπώς, οι μαρτυρίες επιτάσσουν να χαρακτηρίσουμε τους δασυνόμενους τύπους υστερογενείς αναλογικούς σχηματισμούς.

Στον ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο ήταν χαρά μου να συζητήσω μαζί σας και είμαι στη διάθεσή σας για όποια διευκρίνιση.
Ευχαριστώ.
A Reina, mi tesoro

אשׁת־חיל מי ימצא ורחק מפנינים מכרה :Mishle משׁלי  31:10
A woman of valour who can find? For her price is far above rubies (JPS)


Offline Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2920
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Καθηγητά. Γνωρίζω ότι ο χρόνος σας είναι ιδιαίτερα πολύτιμος και είναι τιμή μου το γεγονός ότι τον θυσιάσατε για να δώσετε μια τόσο κατατοπιστική απάντηση στο ταπεινό μου ερώτημα.

Ασφαλώς κατάλαβα πλέον γιατί η σύνδεση που είχα αναφέρει δεν ευσταθεί. Ήσασταν άκρως κατατοπιστικός!
In dubio pro reo


Offline Johnnyyu

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 1
    • Gender:Male
Καταρχάς για να καταλάβουμε ποιο είναι το σωστό πρέπει να δούμε την προέλευση της λέξης ήλιος όπου οι Δωριείς πιο σωστά ονόμασαν άλιον (συγκέντρωση) επειδή συγκεντρώνει τους ανθρώπους στον ίδιο χώρο, θα μπορούσε επίσης να είναι αεί ειλίν ιών (συνεχώς κινείται περιστρεφόμενος γύρω από τη γη) αλλά δε βγάζει κάπου, ήμερα είναι το σωστό και μέρα για συντομία.
« Last Edit: 10 Jan, 2020, 09:38:03 by spiros »


Offline billberg23

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 5854
    • Gender:Male
  • Words ail me.
Beekes, Etymological Dictionary of Greek
s.v. ἥλιος:
ETYM Cretan ἀβέλιος in Hesychius (Pamphyl., acc. to Heraclid. Mil.; cf. Bechtel 1921, 2:667), i.e. ἀFέλιος, points to an original *σαFέλιος, differing only in ablaut from Skt. súrya- 'sun'.

 


Offline Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 2920
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
True. It's an Indo-European root, common to almost all Indo-European languages. Very similar is to the Greek form is also the Celtic one, i.e. *sawel- (which gave e.g. Welsh haul), pronounced /hail/ = ήλιος). This Celtic form differs from the Greek one only in auslaut (i.e. the *-yo- extension).
« Last Edit: 15 Feb, 2020, 22:37:20 by spiros »
In dubio pro reo


 

Search Tools