βόνασος → aurochs, bison

spiros · 1 · 1998

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853830
    • Gender:Male
  • point d’amour
βόνασος → aurochs, bison

βόνασος ο [vónasos] O20α : είδος μεγάλου και άγριου βοοειδούς, ο ευρωπαϊκός βίσονας. [λόγ. < αρχ. βόνασος]
ΛΚΝ


 

Search Tools