Go to full version

Translation Assistance > Social Sciences (El-En)

ιερομύστης -> initiator into mysteries, initiator into holy mysteries, one who initiates others in mysteries, one who initiates in sacred things

(1/1)

friny:
ιερομύστης, ιερουργός, ιερέας

Γνωρίζουμε αν υπάρχει διαφορά στην αγγλική μετάφραση;
Καλό υπόλοιπο Κυριακής!

ΥΓ Το θεολογικό κείμενο στο οποίο είναι οι όροι: "Τον ιερουργό ανάμεσα στους Ιερείς και την πηγή της θεραπείας αυτόν που με πλήθος θαυμάτων έδωσε παρηγοριά σε μας τους ασθενείς και με τις προρρήσεις δωρίζει τις ευλογίες του Θεού, τον λάτρη, προσκυνητή της Παρθένου, τον σεμνό, σεβαστό ιερομύστη Θεόδουλο στα χρόνια μας όλοι πρέπει να τον τιμήσουμε".

spiros:
ιερομύστης "initiator into mysteries", "initiator into holy mysteries"
one who initiates in sacred things https://lsj.gr/wiki/%E1%BC%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82
who initiates others in mysteries https://books.google.gr/books?id=ZxstAAAAYAAJ&pg=PA329&lpg=PA329&dq=%22%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BC%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%82%22+%22initiates%22&source=bl&ots=uerhlSDmsK&sig=ACfU3U0q8MJctp7n7KZfvsBGifkno7iBQg&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiyt9TsrMTnAhXQ_aQKHfeGDV8Q6AEwAXoECAcQAQ
Ιερομύστης (male) = a priestess or a priest s title, he or she, who initiates in sacred things https://docplayer.gr/62856580-Pandelis-n-massouridis.html

ιερουργός -> ministrant, officiant
ιερουργός ο. Αυτός που ιερουργεί: ιερείς και διακόνους …, του θεού ιερουργούς (Παϊσ., Ιστ. Σινά 1390). [μτγν. ουσ. ιερουργός. Η λ. και σήμ.]
Λεξικό Κριαρά

ιερέας -> priest, clergyman
ιερέας ο [ieréas] Ο21 : 1. (στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία): α. ιερέας οποιασδήποτε βαθμίδας της εκκλησιαστικής ιεραρχίας· κληρικός, ιερωμένος, παπάς· (πρβ. εφημέριος, διάκος, πρεσβύτερος, επίσκοπος). β. (ειδικότ.) ο ιερέας που έχει το δεύτερο από τους τρεις βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας (ανώτερος από το διάκο και κατώτερος από τον επίσκοπο)· πρεσβύτερος: Xειροτονήθηκε ~. 2. το πρόσωπο που υπηρετεί ή εκπροσωπεί κπ. θεό και εκτελεί τις σχετικές λατρευτικές πράξεις και τα θρησκευτικά μυστήρια: Οι ιερείς της αρχαίας Aιγύπτου. Οι ιερείς του Mαντείου των Δελφών. Bουδιστές / μουσουλμάνοι ιερείς. || H γυναίκα ~ (ενός ειδωλολατρικού ναού), ιέρεια.
[λόγ. < ελνστ. ἱερεύς, αιτ. -έα, αρχ. σημ.: `θυσιαστής΄ σημδ. (ελνστ.) από τα εβρ.]
Λεξικό Τριανταφυλλίδη

friny:
Ευχαριστώ πάρα πολύ! Τον όρο "ιερομύστης" όμως μπορώ να τον μεταφράσω μονολεκτικά; στην ουσία κι αυτός "priest" είναι.

spiros:
Το κείμενο λογοτεχνίζει και δεν νομίζω ότι υπάρχει ιδιαίτερη σημασία στην «ακρίβεια». Ωστόσο, το «ιερομύστης» είναι ένα και δύο επίπεδα πιο πάνω από ιερουργό και ιερέα αντίστοιχα. Για μονολεκτικό δύσκολο, εκτός αν επιλέξεις σκέτο «initiator»· δες προσθήκες στην πρώτη απάντηση.

friny:
Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Navigation

[0] Message Index

Sitemap