principal -> ανώτατος, ανώτερος, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, αρχικό κεφάλαιο επένδυσης, Άρχων, αυτουργός, γυμνασιάρχης, διευθυντής, διευθύντρια, εντολέας, επικεφαλής, ιθύνουσα, ιθύνων, κατησφαλισμένη, κατησφαλισμένος, κεφάλαιο, κορυφαία, κορυφαία του χορού, κορυφαίος, κορυφαίος του χορού, κύριος δράστης εγκλήματος, κύριος συμβαλλόμενος, κύριος χορευτής, κυριότερος, μονομάχος, πρίμα μπαλαρίνα, προϊστάμενος, προστήσας, προστήσασα, πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια, πρωτοφειλέτης, πρωτοφειλέτισσα, υπεύθυνος, πρωταρχικός, πρωτεύων, πρωτεύουσα, πρωτεύον, πρώτιστος, βασικός, κύριος

xerola

  • Sr. Member
  • ****
    • Posts: 625
Principal (σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο)

Από ασφαλιστήριο φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων
Τhe Insurers shall indemnify the Insured-named as Principal in the Schedule...

Υπεύθυνος;
Πληρεξουσιοδότης; https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=48625.msg195971#msg195971
« Last Edit: 14 Feb, 2020, 11:53:35 by spiros »









 

Search Tools