ωπλισμένο τοιχείο ή οπλισμένο τοιχίο; -> οπλισμένο τοιχίο

Φίλος

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 1
    • Gender:Male
Χρόνια έγραφα «τοιχείο ωπλισμένου σκυροδέματος». Τώρα διαβάζω παντού «τοιχίο οπλισμένου σκυροδέματος». Φαίνεται ότι έκανα δύο λάθη σε δύο λέξεις!
Τοιχίο σημαίνει μικρός τοίχος. Όμως στα έργα πολιτικού μηχανικού έχει τελείως διαφορετική σημασία και, συνήθως, κάθε άλλο παρά μικρό είναι, το αντίθετο! Μήπως τελικά η ετυμολόγηση (συνεπώς και η ορθογράφηση) της λέξης είναι άστοχη, αφού το νόημα διαφέρει;

Το «ωπλισμένος», ως μετοχή παρατατικού, το έγραφα με ω. Προφανώς η ορθογραφία «οπλισμένος» οφείλεται σε απλούστευση της δημοτικής, ή κάνω λάθος;

Θα ήμουν ευγνώμων, αν κάποιος καταδεχόταν να απαντήσει στις απλοϊκές ερωτήσεις μου.
« Last Edit: 10 Mar, 2020, 10:04:24 by spiros »


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70694
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
τοιχίο το [tixío] Ο39 : (οικοδ.) τοίχος από μπετόν για την ενίσχυση της στατικής αντοχής ενός κτιρίου: Αντισεισμικό τοιχίο, τοιχίο ακαμψίας. [λόγ. < ελνστ. τοιχίον υποκορ. του αρχ. τοῖχος]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%84%CE%BF%CE%B9%CF%87%CE%AF%CE%BF&dq=

οπλίζω [oplízo] -ομαι Ρ2.1 : 1. εφοδιάζω κπ. με όπλο, έτσι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει ή γενικά να πολεμήσει· εξοπλίζω. ANT αφοπλίζω: H επαναστατική κυβέρνηση αποφάσισε να οπλίσει τους εργάτες και τους αγρότες. Οπλισμένος άνθρωπος. Οι επιτιθέμενοι ήταν βαριά οπλισμένοι. ANT άοπλος. ΦΡ είναι κάποιος οπλισμένος ως τα δόντια* / σαν αστακός*. || (επέκτ.) για κάθε άλλο αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άμυνα ή για επίθεση: Διαδηλωτές οπλισμένοι με τούβλα και μαδέρια από κοντινή οικοδομή συγκρούστηκαν με την αστυνομία. 2. (μτφ.) α. (για πρόσ.) εφοδιάζω κπ. με κτ., έτσι ώστε να γίνει πιο ικανός, οι ενέργειές του να γίνουν πιο αποτελεσματικές: H στέρηση οπλίζει τον άνθρωπο με αντοχή. Άνθρωπος οπλισμένος με θάρρος και υπομονή. Tον υποδέχτηκε οπλισμένη με το πιο γοητευτικό της χαμόγελο. β. (για πργ.) ενισχύω με ειδική κατασκευή ενσωματωμένη σ΄ αυτό: Yαλοπίνακας οπλισμένος με σύρμα. Οπλισμένο σκυρόδεμα*. 3α. (για πυροβόλο όπλο) ρυθμίζω το μηχανισμό του, έτσι ώστε αυτό να είναι έτοιμο για εκπυρσοκρότηση: Γεμίσ(α)τε, οπλίσ(α)τε, πυρ!, ως στρατιωτικό παράγγελμα. β. (για συσκευή που διαθέτει μηχανισμό με ελατήριο) ρυθμίζω, έτσι ώστε να είναι έτοιμη να λειτουργήσει: H (φωτογραφική) μηχανή είναι οπλισμένη· δεν έχεις παρά να πατήσεις το κουμπί.
[λόγ.: 1: αρχ. ὁπλίζω· 2-3: σημδ. γαλλ. armer]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89&dq=
« Last Edit: 10 Mar, 2020, 10:42:27 by spiros »



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812586
    • Gender:Male
  • point d’amour
Στην Ελληνομάθεια παρατίθεται ως λόγια εναλλακτική:

ο οπλισμένος   ο ωπλισμένος (λόγ.)
του οπλισμένου   του ωπλισμένου (λόγ.)
τον οπλισμένο   τον ωπλισμένο (λόγ.)
τον ωπλισμένον (λογιότ.)
οπλισμένε   ωπλισμένε (λόγ.)
οι οπλισμένοι   οι ωπλισμένοι (λόγ.)
των οπλισμένων   των ωπλισμένων (λόγ.)
τους οπλισμένους   τους ωπλισμένους (λόγ.)
οπλισμένοι   ωπλισμένοι (λόγ.)
https://www.lexigram.gr/lex/newg/%CF%89%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%E1%BD%B3%CE%BD%CE%BF#Hist2

Αρχαία:

ὁ ὡπλισμένος      
τοῦ ὡπλισμένου   
τῷ ὡπλισμένῳ   
τόν ὡπλισμένον   
(ὦ) ὡπλισμένε   
οἱ ὡπλισμένοι             
τῶν ὡπλισμένων         
τοῖς ὡπλισμένοις         
τούς ὡπλισμένους         
(ὦ) ὡπλισμένοι
https://www.lexigram.gr/lex/arch/%E1%BD%A1%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%E1%BD%B3%CE%BD%CE%BF%CF%85#Hist41


 

Search Tools