τα ταχεία τεστς, τα ταχεία τεστ ή τα ταχέα τεστ; -> τα ταχέα τεστ/ταχυτέστ

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70682
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
τα ταχεία τεστς, τα ταχεία τεστ ή τα ταχέα τεστ; -> τα ταχέα τεστ

ταχύς -εία -ύ [taxís] Ε7α : 1. γρήγορος. ANT αργός, βραδύς. α. για κπ. που κάνει κτ. ή για κτ. που γίνεται σε διάστημα πολύ μικρότερο από το συνηθισμένο: Είναι ~ στο να παίρνει αποφάσεις και στο να τις εκτελεί. Δουλεύει με ταχύ ρυθμό. Άνθρωπος με ταχεία αντίληψη. (λόγ.) Σου εύχομαι ταχεία ανάρρωση. || (σε εκφράσεις όπου δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το επίθ. γρήγορος): Kόλλα / υλικό ταχείας πήξεως. Φάρμακο / ουσία ταχείας απορρόφησης. β. που κινείται πολύ γρήγορα: ~ δρομέας. Tο αεροπλάνο είναι πολύ ταχύτερο από το αυτοκίνητο. || Δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, όπου τα αυτοκίνητα αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα. γ. (χημ.) ταχεία καύση, που συνοδεύεται από έκλυση θερμότητας και φωτός. 2. (ως ουσ.) α. η ταχεία, αμαξοστοιχία που κάνει λίγους σταθμούς και φτάνει στον προορισμό της πιο γρήγορα από τις κοινές: Πήρε την ταχεία Aθηνών-Θεσσαλονίκης. β. (επιρρ. έκφρ.) το ταχύτερο, όσο γίνεται πιο γρήγο ρα: Nα έρθεις το ταχύτερο. (λόγ.) ταχέως ΕΠIΡΡ συνήθ. στο συγκριτι κό και στον υπερθετικό βαθμό: Nέα μέθοδος για να μαθαίνει κανείς ταχύτερα τις ξένες γλώσσες. H απάντησή του έφτασε ταχύτατα. [λόγ.: 1: αρχ. ταχύς· 2α: σημδ. γαλλ. train rapide ή γερμ. Schnellzug· 2β: αρχ. επίρρ. ταχύτερον `πιο γρήγορα΄ σημδ. γαλλ. le plus tἄt· λόγ. < αρχ. ταχέως]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%22%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82+-%CE%B5%CE%AF%CE%B1+-%CF%8D%22&dq=

Τα «ταχεία τεστς» ήταν η συμβολή του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα στις κοτσάνες της ημέρας.
« Last Edit: 06 Apr, 2020, 19:52:44 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812575
    • Gender:Male
  • point d’amour
ταχυτέστ να ξεμπερδεύουμε

ο ταχύς   
του ταχέος   
τον ταχύ   τον ταχύν (λόγ.)
ταχύ   
οι ταχείς   
των ταχέων   
τους ταχείς   
ταχείς   

η ταχεία   
της ταχείας   
την ταχεία   την ταχείαν (λόγ.)
ταχεία   
οι ταχείες   αι ταχείαι (λόγ.)
των ταχειών   
τις ταχείες   τας ταχείας (λόγ.)
ταχείες   ταχείαι (λόγ.)

το ταχύ   
του ταχέος   
το ταχύ   
ταχύ   
τα ταχέα   
των ταχέων   
τα ταχέα   
ταχέα
« Last Edit: 06 Apr, 2020, 20:20:51 by spiros »



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70682
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812575
    • Gender:Male
  • point d’amour
ταχύς, βραχύς, βραδύς, βαρύς έχουν βασανίσει πολύ κόσμο με την κλίση τους...



wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70682
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

 

Search Tools