αβλεπί, αβλεπεί, αβλεπτί, αβλεπίς;

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812645
    • Gender:Male
  • point d’amour
αβλεπί, αβλεπίς, αβλεπεί, αβλεπτί;

Σε ΛΚΝ, Δημητράκο και Πάπυρο αλληματογράφητα όλα.
Βλέπω σε κάποιους ιστότοπους να αναφέρουν ότι τα αβλεπτώ/αβλεπτέω/αβλεπώ είναι κακόσημα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται ο σχηματισμός «αβλεπεί».

αβλεπτί επίρρ.· χωρίς να ρίξει κανείς ούτε μία ματιά (συνήθ. για ενέργεια που γίνεται χωρίς να την καλοσκεφτεί κανείς λόγω μεγάλης εμπιστοσύνης). Επίσης αβλεπεί. [ΕΤΥΜ. < αρχ. άβλεπτώ, βλ. κ. αβλέπτημα].
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

αβλεπίς [avlepís] adv, region. sight unseen: το αγόρασε (άλλαξε) ~ [fr K ἀβλεπῶ 'not see']
Λεξικό Γεωργακά

αβλεπεί > αβλεπτί
απόδοση: χωρίς να ρίξει ούτε ματιά / χωρίς να το καλοσκεφθεί
http://www.leksiko-ellinikon.gr/index.php?instance=categories&id=43&word_id=556

αβλεπί
Ασυζητητί, το δίχως άλλο, το πράμα δεν σηκώνει αντίρρηση (όρος σχηματισμένος κατά τα αρχαϊκά επιρρήματα εις -ί, πβ. αποινί, ασκαρδαμυκτί κ.λπ.).
https://www.slang.gr/lemma/14912-ablepi

Επιρρήματα σε -εί και -ί.
σε -εί:
-αβλεπεί ή αβλεπτί (=χωρίς να ρίξει κανείς ματιά) π.χ. Τελείωσαν οι εποχές που η Ευρωπαϊκή Ένωση χορηγούσε αφειδώλευτα αβλεπεί επιχορηγήσεις στα κράτη - μέλη.
http://users.sch.gr/nefeli40/globalsch-autosch/iware/?D=17ed31ab28e14caa12509b72ba1c2eb7

[για ενέργεια που γίνεται χωρίς να την καλοσκεφτεί κανείς επειδή έχει εμπιστοσύνη]
αβλεπτί: υπέγραψε αβλεπτί
αβλεπεί
ανεπιφύλακτα
https://www.lexigram.gr/lex/enni/%CE%B1%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%AF#Hist0
« Last Edit: 09 Apr, 2020, 15:21:03 by spiros »


 

Search Tools