πρόθεση, πρόσθεση, ενδοπρόθεση, ενδοπρόσθεση, προσθετικό μέλος (prosthesis / stent)

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810822
    • Gender:Male
  • point d’amour
πρόθεση" "prosthesis, πρόσθεση" "prosthesis, ενδοπρόθεση" "stent, ενδοπρόσθεση" "stent, προσθετικό μέλος (prosthesis / stent)

πρόθεση 3 η : (ιατρ.) 1. η (μερική ή ολική) αντικατάσταση με χειρουργική μέθοδο ενός μέλους ή οργάνου του σώματος από μηχάνημα που απομιμείται τη μορφή και τη λειτουργία του. 2. το τεχνητό υποκατάστατο ενός μέλους ή οργάνου του σώματος. 3. το σύνολο των τεμαχίων που χρησιμοποιούνται στη χειρουργική, για να διατηρηθούν στη θέση τους ή να αντικατασταθούν τμήματα οστών.
[λόγ. < γαλλ. prothèse (στη νέα σημ.) < υστλατ. prothesis, prosthesis < ελνστ. πρόσθεσις `προσθήκη γράμματος σε αρχή λέξης΄]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

πρόθεση (η) {-ης κ. -έσεως | -έσεις, -έσεων) 1. ό,τι έχει κατά νου να πράξει κανείς, ο σκοπός: δεν έχω την -1| δεν είναι στις - μου να αναλάβω οποιαδήποτε πρωτοβουλία || με κακές | ειρηνικές | αγαθές | εχθρικές ~ || (λόγ.) είμαι ενήμερος των ~ του ΣΥΝ. προαίρεση, διάθεση, στόχος· ΦΡ. (α) εκ προθέσεως | από πρόθεση σκόπιμα, συνειδητά, έχοντας επίγνωση τού τι κάνω: δολοφονία εκ προθέσεως ΣΥΝ. επίτηδες ANT. αυθόρμητα, τυχαία (β) σοβαρές προθέσεις (το να αποσκοπεί κανείς στον γάμο): έχω ~ || κύριος με - · 2. ΓΛΩΣΣ. άκλιτο στοιχείο τού λόγου που χρησιμοποιείται πάντοτε μαζί με άλλες λέξεις (κυρίως ονόματα) για τη δήλωση επιρρηματικής σχέσης (π.χ. τόπου, χρόνου, ποσού, αιτίας, αναφοράς, μέσου, οργάνου κ.λπ.: από τον κήπο, για πάντα, από παλιά, με το χέρι)· ΦΡ. (παλαιότ.) καταχρηστική πρόθεση η πρόθεση που δεν απαντά σε σύνθεση, π.χ. άνευ, μέχρι, χωρίς, ώς κ.ά. · 3. ΕΚΚΛΗΣ. (α) η τελετή τής προετοιμασίας των Τιμίων Δώρων για τη Θεία Ευχαριστία (β) (συνεκδ.) η μικρή κόγχη ή η μικρή ξύλινη ή μαρμάρινη τράπεζα που βρίσκεται μέσα στο ιερό, πάνω στην οποία γίνεται η προετοιμασία των Τιμίων Δώρων για το μυστήριο τής Θείας Ευχαριστίας (γ) η τοποθέτηση τού άρτου τής μεταλήψεως πάνω στην Αγία Τράπεζα ΣΥΝ. προσκομιδή · 4. ΙΑΤΡ. (α) η μερική ή ολική αντικατάσταση μέλους ή οργάνου τού σώματος που έχει χαθεί ή ακρωτηριαστεί, με τεχνητό υποκατάστατο (β) (συνεκδ.) το τεχνητό υποκατάστατο μέλους ή οργάνου τού σώματος που έχει χαθεί ή ακρωτηριαστεί (πβ. λ. πρόσθεση). ΣΧΟΛΙΟ λ. αιτία, κομίζω, συνείδηση. [ΕΤΥΜ. < αρχ. πρόθεσις, αρχική σημ. «δημόσια έκθεση - δήλωση», < προτίθημι (βλ. λ. προτίθεμαί). Η σημ. «σκοπός, προαίρεση» είναι ήδη αρχ., ενώ οι γλωσσ. και εκκλησ. χρήσεις είναι μτγν.].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

πρόσθεση (η) {-ης κ. -έσεως | -έσεις, -έσεων) 1. ΜΑθ. η μία από τις τέσσερεις αριθμητικές πράξεις που ορίζουμε σε ένα σύνολο (αριθμών) με την οποία σε ένα ζεύγος στοιχείων (αριθμών) βρίσκουμε το άθροισμα τους, π.χ. 2 + 2 = 4 ΑΝΤ. αφαίρεση · 2. ΙΑΤΡ. κάθε τεχνητό υποκατάστατο για ένα μέρος τού σώματος, π.χ. μηχανικό χέρι ή πόδι, τεχνητή οδοντοστοιχία, εμφύτευση δοντιού κ.λπ.
[ΕΤΥΜ; < αρχ. πρόσθεσις < προστίθημι < προσ- + τίθημι, πβ. κ. θέσις - τίθημι].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

πρόσθεση η [prósθesi] Ο33 : 1. μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις πράξεις της αριθμητικής, η συνένωση δύο ή περισσότερων αριθμών σε έναν με συγκεκριμένο τρόπο· άθροιση: Kάνω πρόσθεση / εκτελώ πρόσθεση. Για να λύσουμε το πρόβλημα, πρέπει να κάνουμε πρόσθεση. Tο + (συν) είναι το σύμβολο της πρόσθεσης. Έκανε λάθος στην πρόσθεση. 2. η ενέργεια, η διαδικασία με την οποία κτ. επιπλέον συνενώνεται με κτ. που ήδη υπάρχει και το αυξάνει, το συμπληρώνει, το επεκτείνει κτλ., η προσθήκη: H πρόσθεση νέων φόρων προκάλεσε αντιδράσεις. H πρόσθεση ή η αφαίρεση μιας λέξης μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα των λεγομένων. H πρόσθεση νέων αιτημάτων οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε αποτυχία.
[λόγ. < αρχ. πρόσθε(σις) -ση]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
« Last Edit: 10 Apr, 2020, 15:20:47 by spiros »


 

Search Tools