η πρέσβυς, η πρεσβευτής, η πρέσβειρα, η πρεσβευτίνα;

Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
https://www.in.gr/2020/04/21/politics/koronaios-miloun-10-presveytes-gia-tin-epomeni-imera/ Προσέξτε ιδιαίτερα πόσα σημαντικά πράγματα περιέχονται στα λεγόμενα ιδίως του Ισραηλινού, του Ρώσου, και του Κροάτη, αλλά όλων των άλλων πρεσβευτών.
« Last Edit: 22 Apr, 2020, 15:03:32 by spiros »
In dubio pro reo


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69240
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Ναι, αλλά δεν πρόσεξες που λένε την κυρία πρεσβευτή και όχι πρέσβειρα της Κίνας.



Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Λοιπόν, έθεσες ενδιαφέρον θέμα: είναι λάθος και το "πρεσβευτή" και το "πρέσβειρα" στο συγκεκριμένο συγκείμενο του άρθρου. Το σωστό είναι "η πρέσβυς" που στη γενική κλίνεται "της πρέσβεως"). Το "πρέσβειρα" δεν είναι διπλωματικός όρος, αλλά χρησιμοποιείται μόνο μεταφορικά (π.χ. πρέσβειρα καλής θελήσεως, πρέσβειρα του τάδε οργανισμού, πρέσβειρα των τάδε αξιών κ.λπ.). Δεν είναι βαθμός της καριέρας των διπλωματών.

Συνοψίζω: Το "πρέσβειρα" είναι το θηλυκό του "πρεσβευτής" και σπανίως του "πρέσβυς/πρέσβης", όταν το τελευταίο χρησιμοποιείται μεταφορικά, σε μη διπλωματικό συγκείμενο (π.χ. πρέσβυς/πρέσβης καλής θελήσεως κ.λπ.). Στο διπλωματικό σώμα υπάρχει ο βαθμός "πρέσβυς/πρέσβης", που στο αρσενικό γράφεται και με τους  δύο τρόπους και κλίνεται διαφορετικά (ο πρέσβυς > του πρέσβεως, ενώ ο πρέσβης > του πρέσβη), ενώ στο θηλυκό προτιμάται η γραφή με υ (και η γενική σε -εως).
In dubio pro reo


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69240
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Έστω. Πάντως, την κυρία δεν μπορούμε να την πούμε πρεσβευτή.

Ωστόσο, το ΛΚΝ δίνει το πρέσβειρα ως θηλυκό του πρέσβης.

πρέσβης ο [prézvis] Ο10 πληθ. πρέσβεις, γεν. πρέσβεων θηλ. πρέσβειρα [prézvira] Ο27 : 1. ανώτατος διπλωματικός αντιπρόσωπος σε ξένη χώρα, επικεφαλής πρεσβείας: ~ α' τάξεως. Επίτιμος ~ / ~ επί τιμή. Ο νέος Aμερικανός ~ επέδωσε τα διαπιστευτήριά του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι συνομιλίες έγιναν σε επίπεδο πρέσβεων. ~ εκ προσωπικοτήτων, που δεν προέρχεται από το διπλωματικό σώμα: Ορκίστηκε ~ εκ προσωπικοτήτων. 2. (θηλ.) α. γυναίκα πρέσβης. β. η σύζυγος του πρέσβη. γ. για γυναίκα που εκπροσωπεί τη χώρα της στο εξωτερικό, σε κπ. τομέα: H Mελίνα Mερκούρη, πρέσβειρα του ελληνικού πολιτισμού στον κόσμο. Πρέσβειρα καλής θελήσεως, γυναίκα που αναλαμβάνει ως αποστολή την καλλιέργεια ή τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ του κράτους που εκπροσωπεί και άλλου κράτους ή οργανισμού.
[λόγ. < αρχ. πρέσβυς (αρχική σημ.: `ηλικιωμένος΄) κατά τα ουσ. σε -ης για προσαρμ. στη δημοτ.· λόγ. < αρχ. πρέσβειρα `ηλικιωμένη γυναίκα΄ κατά τη σημ. του πρέσβης]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B2%CE%B7%CF%82&dq=
« Last Edit: 22 Apr, 2020, 15:07:28 by wings »



Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Το ξέρω ότι το λέει το ΛΚΝ, γιατί το πάει ετυμολογικά, αλλά χρηστικά είναι λάθος. Οι ίδιοι οι διπλωμάτες δεν το χρησιμοποιούν έτσι (όπως ξέρεις θήτευσα κοντά τους για χρόνια, οπότε έχω μεγάλο δείγμα χρηστών). Αφού, επομένως, οι ειδικοί του πεδίου δεν το χρησιμοποιούν ποτέ έτσι, δεν μπορούμε να το δεχτούμε ως θηλυκό του "πρέσβυς" με τη διπλωματική έννοια, αλλά μόνο με τη μεταφορική, τ.έ. πρέσβυς/-ης/πρέσβειρα καλής θελήσεως κ.ά., αλλά ποτέ η πρέσβειρα της Μοζαμβίκης (αλλά πάντοτε η πρέσβυς της Μοζαμβίκης).
In dubio pro reo


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69240
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810381
    • Gender:Male
  • point d’amour
πρέσβης - πρέσβυς - πρεσβευτής - πρέσβειρα - πρεσβύτης - πρεσβεία (η | τα). Η αρχαία λ. πρέσβυς σήμαινε κυρίως τον «σεβάσμιο γέροντα» και, δευτερευόντως, «τον πρεσβευτή, τον επίσημο εκπρόσωπο ή απεσταλμένο». Με την αντίληψη για τις ηλικίες των ανθρώπων και την κοινωνική οργάνωση που επικρατούσε στον αρχαίο κόσμο, ο πρέσβυς και ο πρεσβύτης από τη σημ. «γέρων» πέρασαν στη σημ. «σεβάσμιος γέρων» και «σεβαστός». Το ίδιο και η αρχαία λ. πρέσβειρα, που ήταν το θηλ. τού πρέσβυς και σήμαινε μόνο «τη σεβάσμια γερόντισσα» (γιατί γυναίκες πρέσβεις εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν). Η κύρια λ. που χρησιμοποιήθηκε στην Αρχαία Ελληνική για «τον επίσημο απεσταλμένο και εκπρόσωπο», ήταν η λ. πρεσβευτής με πληθυντικό τον τ. πρέσβεις («ανώμαλος πληθυντικός»), που σιγά-σιγά έδινε τη θέση του στον (ομαλό) πληθυντικό πρεσβευταί. Ομοίως η λ. πρεσβεία σήμαινε τόσο τη «γεροντική ηλικία» όσο και «τον σεβασμό προς τους γέροντες», που δηλώθηκε επίσης με το ουδ. τα πρεσβεία, τα προνόμια (σε σεβασμό, εκτίμηση και προβάδισμα) των γερόντων. Η λ. πρεσβεία σήμανε επίσης και την «επίσημη αποστολή | αντιπροσωπία». Σε νεότερους χρόνους, μέσα από τη λόγια γλώσσα, το πρέ- σβυς (πρέσβεως, πρέσβυν - πρέσβεις, πρέσβεων, πρέσβεις) ήταν η κύρια λέξη που χρησιμοποιήθηκε για τον ανώτατο βαθμό στην ιεραρχία τής διπλωματικής υπηρεσίας, με κλητική τον τ. πρέσβυ («κύριε πρέσβυ» προσφωνούνται συχνά οι πρεσβευτές, όπως έχει επικρατήσει εθιμικά). Σήμερα χρησιμοποιούνται παράλληλα δύο κλιτικά σύνολα: (α) ο πρέσβης (που γράφεται και με -η-, γιατί κλίνεται όπως τα ουσιαστικά σε -ης: ο ναύτης, τού ναύτη, τον ναύτη) - τού πρέσβη - τον πρέσβη, με πληθυντικό οι πρέσβεις - των πρέσβεων - τους πρέσβεις. Ας σημειωθεί ότι σχηματίζει παραλλήλως σε τυπικότερες μορφές επικοινωνίας και γενική πρέσβεως (β) ο πρεσβευτής (τού πρεσβευτή - τον πρεσβευτή, οι πρεσβευτές - των πρεσβευτών - τους πρεσβευτές). Το θηλ. εξακολουθεί να σχηματίζεται με τον τ. πρέσβειρα σε τυπικές | επίσημες μορφές επικοινωνίας, ενώ ο τ. πρεσβευτίνα (που αρχικά σήμαινε επίσης μόνο τη σύζυγο τού πρεσβευτή) χρησιμοποιείται σε άτυπες μορφές χρήσης αντί τού πρέσβειρα.

πρέσβης (ο/η) {-η κ. -εως (θηλ. -εως) | -εις, -εων} 1. διπλωμάτης που κατέχει τον ανώτατο βαθμό στην ιεραρχία τής διπλωματικής υπηρεσίας· ΦΡ. (α) πρέσβης επί τιμή (συντομ. πρέσβης ε. τ.) πρέσβης που έχει συνταξιοδοτηθεί και του έχει απονεμηθεί τιμητικά ο βαθμός τού πρέσβη (β) πρέσβης εκ προσωπικοτήτων πρέσβης που δεν προέρχεται από τη διπλωματική υπηρεσία (βλ. λ. διπλωμάτης, ΠΙΝ.) 2. ως προσφώνηση κάθε διπλωμάτη που κατέχει έναν από τους τρεις πρεσβευτικούς βαθμούς. Επίσης (λόγ.) πρέσβυς {πρέσβεως}. ΣΧΟΛΙΟ λ. ενάμισης, πρύτανης.

πρεσβευτής (ο/η) [αρχ.] {κλητ. πρεσβευτά}, (λαϊκ.) πρεσβευτινα (η) (χωρ. γεν. πληθ.} ο επίσημα διορισμένος διπλωματικός εκπρόσωπος κράτους σε άλλη χώρα (για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων, μεταφορά μηνυμάτων κ.λπ.), ο οποίος στην ιεραρχία τής διπλωματικής υπηρεσίας μπορεί να κατέχει τον βαθμό τού πληρεξούσιου υπουργού Α' ή τού πληρεξούσιου υπουργού Β' (βλ. κ. λ. διπλωμάτης, ΠΙΝ.).

πρέσβειρα (η) {πρεσβειρών} 1. (α) η σύζυγος πρεσβευτή (β) πρέσβειρα καλής θελήσεως πρόσωπο που διορίζεται από κράτος ή οργανισμό σε συγκεκριμένη άμισθη θέση και αποστέλλεται ως εκπρόσωπος μιας πλευράς σε άλλη για τη βελτίωση των μεταξύ τους σχέσεων ή για ανθρωπιστική βοήθεια: πρέσβειρα τής UNICEF || η πριγκίπισσα Νταϊάνα υπήρξε πρέσβειρα καλής θελήσεως τής Μ. Βρετανίας 2. (μτφ.) γυναίκα που θεωρείται ότι εκπροσωπεί ή εκφράζει κάτι επάξια: πρέσβειρα τής ομορφιάς || η γνωστή ηθοποιός αποτελεί πρέσβειρα τής χώρας μας στο εξωτερικό.  ΣΧΟΛΙΟ λ. ενάμισης, πρέσβης. [ΕΤΥΜ. αρχ., θηλ. τού πρέσβυς (βλ.λ.), πβ. κ. γενέτειρα, αυτοκράτειρα].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη

πρέσβειρα θηλυκό
γυναίκα πρέσβης (πρεσβευτής) ή σύζυγος πρέσβη
γυναίκα που αντιπροσωπεύει τη χώρα σε διεθνείς θεσμούς
πρέσβειρα καλής θέλησης
https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%80%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B2%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1

Πρέσβης: είναι εκείνος που κατέχει τον ανώτατο βαθμό στην ιεραρχία της διπλωματικής υπηρεσίας, ο ανώτατος διπλωματικός αντιπρόσωπος σε ξένη χώρα, ο επικεφαλής της πρεσβείας.

Πρέσβυς: είναι ο μεγάλος σε ηλικία. Έτσι, έχουμε τον πρεσβύτερο, ο οποίος κυριολεκτικά σημαίνει ένα άτομο γεροντότερο, μεγαλύτερο σε ηλικία από κάποιο άλλο, αλλά και πρεσβυωπία που σημαίνει την αδυναμία των ματιών να εστιάσουν σε κοντινά αντικείμενα, κάτι που εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένους.

Πρεσβευτής: είναι εκείνος που παίζει τον ρόλο εκπροσώπου (π.χ. άξιος πρεσβευτής των ελληνικών γραμμάτων σε όλο τον κόσμο), αλλά και εκείνος που βρίσκεται στις ανώτατες βαθμίδες της Ιεραρχίας του Διπλωματικού Σώματος.

Πρέσβειρα: είναι το θηλυκό του πρέσβη και μπορεί να είναι η γυναίκα που κατέχει πρεσβευτικό αξίωμα, η σύζυγος του πρέσβη, αλλά και η γυναίκα που εκπροσωπεί ή εκφράζει κάτι επαξίως (π.χ. πρέσβειρα καλής θέλησης).
https://e-didaskalia.blogspot.com/2016/11/blog-post_42.html?m=1
« Last Edit: 22 Apr, 2020, 15:04:26 by spiros »


Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Χαώδες, έτσι; Δεν είναι όλα σωστά, όσα γράφονται εκεί, αν και -όπως πρόσεξα- μου διέφευγε ότι το "πρεσβευτής" είναι και διπλωματικός όρος, όχι όμως συνώνυμος του "πρέσβης/-υς", διότι δεν δηλώνει τον επικεφαλής μιας Πρεσβείας, αλλά απλώς τον επίσημα διορισμένο διπλωματικό εκπρόσωπο κράτους σε άλλη χώρα (για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων, μεταφορά μηνυμάτων κ.λπ.). Συνοψίζω διορθώνοντας τα παραπάνω:

1) Πρέσβης/-υς = διπλωμάτης που κατέχει τον ανώτατο βαθμό στην ιεραρχία τής διπλωματικής υπηρεσίας. Θηλυκό = η Πρέσβυς (με -ης δημιουργεί ασάφεια ως προς τον τύπο της γενικής, αφού τα "*της Πρέσβη" και "*της Πρέσβης" δεν είναι αποδεκτά). Χρησιμοποιείται και σε μη διπλωματικά θεματικά πεδία (π.χ. πρέσβης/-υς καλής θελήσεως).

2) Πρεσβευτής = επίσημα διορισμένο διπλωματικό εκπρόσωπο κράτους σε άλλη χώρα (για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων, μεταφορά μηνυμάτων κ.λπ.) (που δεν είναι απαραίτητα επικεφαλής μιας Πρεσβείας), αλλά φέρει τον βαθμό τού πληρεξούσιου υπουργού Α' ή τού πληρεξούσιου υπουργού Β'. Θηλυκό = η Πρεσβευτής ή (ανεπίσημα) η Πρεσβευτίνα, με το τελευταίο να δηλώνει και τη σύζυγο του Πρεσβευτή. Χρησιμοποιείται και σε μη διπλωματικά θεματικά πεδία (π.χ. πρεσβευτής των πανανθρώπινων αξιών/b]), περίπτωση στην οποία μπορεί να έχει ως θηλυκό και το η Πρέσβειρα, το οποίο δηλώνει και τη σύζυγο του Πρέσβη ή του Πρεσβευτή.

Επαναλαμβάνω, δηλαδή, ότι καμία διπλωμάτισσα δεν αποκαλεί τον εαυτό της "Πρέσβειρα".
In dubio pro reo


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69240
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou

Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Όχι, μια χαρά είναι η λέξη. Απλώς σημαίνει άλλο πράγμα :-)
In dubio pro reo


montreal

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 6
    • Gender:Male
Σας προτείνω αυτό το κείμενο: Η ταμίας, η ταμία ή η ταμίισσα;

Αναφέρεται εν μέρει σε αυτό, κ.α.
« Last Edit: 24 May, 2020, 10:55:18 by spiros »


Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Αυτό το κείμενο που μας προτείνεις, αγαπητέ montreal, είναι εξαιρετικό, όπως και όλα τα γλωσσικά μελετήματα του Γιάννη Η. Χάρη. Έχει περιληφθεί, άλλωστε, στους τόμους του με τίτλο "Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη", όπου μπορεί κανείς να βρει σχεδόν όλα τα ζητήματα που προδίδουν την αδιαφάνεια και αβεβαιότητα του γλωσσικού συστήματος που πασχίζουμε να οικοδομήσουμε ως "Νεοελληνική Κοινή", ζητήματα που οφείλονται όχι τόσο σε εγγενείς γλωσσικές δυσκολίες (αλίμονο αν μια τόσο παραγωγική γλώσσα όπως η Ελληνική δεν είχε τρόπους να λύσει τέτοια ζητήματα), αλλά σε κοινωνιογλωσσικές εμμονές μας, στην αιώνια "πόζα" του νεόπλουτου-μεσοαστού-μεγαλοαστού-αρχοντοχωριάτη, που φοβάται μην τυχόν και τον... παρεξηγήσουν για το πώς μιλάει.

Ένα παράδειγμα από το κείμενο που αναφέρεις:

"Εδώ θυμίζω μια παρατήρηση του Αγαπητού Τσοπανάκη (Ο δρόμος προς την δημοτική, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 336), ότι υπάρχει «σημαντική διαφορά ήθους» ανάμεσα στις καταλήξεις -ίνα, -έσσα και -έζα και στην -τρια, καθώς «δείχνουν μιαν οικειότητα και, ενδεχομένως, έλλειψη σεβασμού»."

Εγώ θα έλεγα ότι αυτό που περιγράφει ο Τσοπανάκης δεν οφείλεται σε κάποια εγγενή ασέβεια που εμπεριέχουν οι καταλήξεις -ίνα, -έσσα και -έζα, αλλά οφείλεται στο κόλλημά μας ότι αυτές οι καταλήξεις είναι "ξένες" (= δάνειας προέλευσης), άρα (κατά την εμμονή μας) είναι και "κακές", "κατώτερες". Ενώ το απαίσιο και δύσκλιτο -ις/-ιδος ("καλλιτέχνις", "πελάτις", "σκηνοθέτις") το ευνοούν τα ΜΜΕ και οι διάφορες δικαιωματιστικές ομαδούλες, επειδή -δήθεν- χαρίζει κύρος. Στην Ελλάδα θεωρείται πως χαρίζει κύρος ό,τι είναι δύσχρηστο, ό,τι θεωρούμε αδάμαστο. Κοινωνικός σαδομαζοχισμός... Άρνηση αποδοχής της γλωσσικής -και εθνικής- μας ιστορίας...
In dubio pro reo


montreal

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 6
    • Gender:Male
Αξίζει να σημειωθεί το παρακάτω απόσπασμα του κειμένου:

Εδώ ο δρόµος είναι σίγουρα µακρύς. Και πάλι δε θα εκβιάσουµε εµείς λύσεις. Ας παρηγορηθούµε ότι σε άλλες γλώσσες, λ.χ. στα γαλλικά και τα ιταλικά, τα πράγµατα είναι χειρότερα. Madame Χ, le ministre de la Santé, «η κυρία τάδε, ο υπουργός Υγείας» λένε ακόµη οι Γάλλοι, ή Madame le ministre, «η κυρία ο υπουργός»· και ακόµη χειρότερα οι Ιταλοί: il signior ministro..., «ο κύριος υπουργός...»! Η γλώσσα µας λοιπόν, και µε τα πολύ περισσότερα εµπόδια και πραγµατικά αδιέξοδα που της δηµιουργούν κυρίως οι διαφορετικές καταλήξεις στις διαφορετικές πτώσεις, έχει λύσει πολύ περισσότερα προβλήµατα.

ο κύριος υπουργός 😂😂😂

Σαν ομιλητής της γαλλικής ξέρω ότι και στα γαλλικά έχουν βρεί άλλες λυσεις . Και όμως δείχνει ότι τέτοια προβλήματα συναντιούνται αλλού και πολλές φορές έχουν πολιτικές χροιές.
« Last Edit: Yesterday at 10:41:34 by spiros »


Asdings

  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 3182
    • Gender:Male
  • unte þeina ist þiudangardi jah mahts
Συμβαίνουν κι αλλού, συμφωνώ μαζί σου, αλλά στον βαθμό που τα βλέπουμε στην Ελληνική, σε καμία περίπτωση. Διότι στη Γαλλική ή την Ιταλική, ο.κ., είναι μόνο 1-2 καταλήξεις που μπορεί να δημιουργούν πρόβλημα. Εδώ η αβεβαιότητα, η πολιτικοποίηση και η πόζα διαπερνάνε όλο το γλωσσικό σύστημα: από τις πτώσεις, τις κλίσεις των ρημάτων, το λόγιο λεξιλόγιο, την οπτική προφορά των λέξεων κ.ά.
In dubio pro reo


 

Search Tools