assintomático -> ασυμπτωματικός, χωρίς συμπτώματα, άνευ συμπτωμάτων

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 70724
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
asymptomatic -> ασυμπτωματικός, ασυμπτωματική, ασυμπτωματικό

Πηγή: ΕΛΕΤΟ | Αγγλοελληνικό και ελληνοαγγλικό γλωσσάριο όρων της πανδημίας COVID-19
« Last Edit: 04 May, 2020, 10:16:55 by spiros »


 

Search Tools