εις την ή ες την -> εις την > ς' την > στην

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 813008
    • Gender:Male
  • point d’amour
Only one question:  what's the matter with ες as a more colloquial alternative to εις, or as a mediator between εις and σ-?

The standard Modern Greek/Katharevousa usage is with "εις" (for example: εις το επανιδείν -> see you later, au revoir, till we meet again, until we meet again or Ύμνος εις την Ελευθερίαν -> Hymn to Liberty, Hymn to Freedom) with the exception of some idiomatic phrases like "ες αύριον τα σπουδαία -> let's deal with the important stuff tomorrow, leave the important things for tomorrow". "Ες" is considered rare and particular to ancient Greek (see red text). For example, Τριανταφυλλίδης and Μπαμπινιώτης do not have an entry for ες, only for εις. And Πάπυρος has a reference from the former, to the latter.

εις πρόθ. (λόγ.) (+αιτ.) (λόγ. τύπος τής καθημ. σε, χρησιμοποιείται κυρ. σε λόγ. παγιωμένες εκφράσεις) δηλώνει: 1. κίνηση προς τόπο | προορισμό ή πρόσωπο ή (σπαν.) τον τόπο, το τοπικό σημείο στο οποίο αναφερόμαστε: να προσέλθει εις το εδώλιο ο μάρτυς || απευθύνθηκε εις τους ανωτέρους του || ανέβηκε εις το βήμα για να εκφωνήσει λόγο || βρίσκεται εις τας Αθήνας || κατοικεί εις τας Σέρρας || (κ. μτφ.) δεν είμαι εις θέσιν να εκφράσω άποψη- ΦΡ. (α) (απεδήμησεν) εις τας αιωνίους μονάς (πήγε) στον άλλο κόσμο, δηλ. πέθανε (β) ες κόρακας (υβριστ.) στον διάβολο (γ) εις τόπον χλοερόν σε τόπο δροσερό (από την νεκρώσιμη ακολουθία) (δ) έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν παντρεύομαι 2. τρόπο: εις βάθος έρευνα || εις βάθος διερεύνηση τής υπόθεσης ΦΡ. (α) εις επήκοον φανερά μπροστά σε όλους: τον πρόσβαλε εις όλων των συναδέλφων (β) εις μάτην μάταια: προσπάθησα εις να την πείσω 3. σκοπό: εις απόδειξιν τής απόψεως του έφερε όλα τα σχετικά επιχειρήματα || εξήλθε εις αναζήτησιν τροφής || πολιτευόμενος εις άγραν ψήφων || εις άτοπον απαγωγή || άγαλμα εις μνήμην των πεσόντων || επιταγή εις εξόφλησιν χρέους || εις άφεσιν αμαρτιών ΦΡ. (α) εις επίρρωσιν προς ενίσχυση: εις τού επιχειρήματος του (για να ενισχύσει το επιχείρημα του) έφερε παράδειγμα (β) (και) εις ανώτερα! ευχή σε επιτυχόντα σε διαγωνισμό, προαχθέντα, αποφοιτήσαντα | πτυχιούχο κ.λπ. για υψηλότερες διακρίσεις 4. χρόνο· ΦΡ. (α) ες αύριον τα σπουδαία βλ. λ. αύριο (β) εις τας δυσμάς του βίου στο τέλος τής ζωής (γ) εις το διηνεκές για πάντα (δ) ες αεί για πάντα (ε) εις τον αιώνα τον άπαντα αιώνια, για πάντα (στ) εις τους αιώνας των αιώνων αιώνια, για πάντα 5. σε διάφορες λόγ. παγιωμένες εκφράσεις (στρατιωτικά παραγγέλματα, ευχές κ.λπ.): εις έπαρσιν σημαίας || εις τα όπλα || εις παράταξιν || εις το επανιδείν || εις το επανακούειν || εις υγείαν! || έγγραφο εις διπλούν (σε δύο αντίτυπα) || Πιστεύω εις ένα Θεόν... || εις πολλά έτη, δέσποτα! (Βλ. λ. πρόθεση, ΠΙΝ.). Επίσης (σπάν.-αρχαιοπρ.) ες.

[ΕΤΥΜ. < αρχ. είς | ες < ένς, όπου το εν- αποτελεί πιθ. τ. αιτιατικής ενός I.E. θέματος, πράγμα που αιτιολογεί τη χρήση τής προθ. είς ως δηλωτικής κατευθύνσεως. Η παρέκταση σε -ς (εν-ς) οφείλεται στην αναλογική επίδραση τού εξ. Το νεοελληνικό σε (βλ.λ.) αποτελεί φωνολογική εξέλιξη τού εἰς. Παράγωγα του αποτελούν επίσης τα έσω, εσώτερος, εσώτατος]. εισ- α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει: 1. κίνηση προς τα μέσα: εισχωρώ, εισδύω, εισέρχομαι, εισάγω, εισρέω 2. (μτφ.) αποδοχή ή ένταξη: εισακούω, εισδοχή. [ΕΤΥΜ. Α' συνθ. τής Αρχ. και Ν. Ελληνικής, που προέρχεται από την πρόθ. είς (βλ.λ.)]
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη


εις [is] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και εισ-) μόνο σε ΦΡ και εκφράσεις με αιτιατική· σε: εις είδος, σε είδος. εις  βάρος*. είμαι εις  θέσιν*. (λόγ.) εις  μάτην*. || σε ευχές: εις  ανώτερα / εις έτη πολλά / εις υγείαν. || σε παραγγέλματα: εις τα όπλα, εμπρός στα όπλα. εις έπαρσιν σημαίας / εις παράταξιν, έτοιμοι για έπαρση σημαίας κτλ.
[λόγ. < αρχ. εἰς]
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη

εις, πρόθ.· εισέ· ’ς [πριν από σύμφωνο (λ.χ. ’Σ μεγάλην Βοσκοπ. 1, ’ς καιρού Ερωτόκρ. Δ´ 1105)]· σ’ [πριν από φωνήεν, και σε συνεκφ. με το άρθρο τον, την, κλπ. γρ. στον, στην, κλπ. (Πουλολ. 452, κ.α.)]· σε. 1) Τόπος α) στάση (ενίοτε και με τοπ. επίρρ.): (Διγ. Z 3163), (Βακτ. αρχιερ. 180)· β) μέσα: εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην (Χρον. Μορ. H 4217)· γ) ανάμεσα (ενίοτε και με το επίρρ. επάνω): στους Τούρκους αναθρέφετον (Χρον. Τόκκων 2029)· δ) κατεύθυνση (καμιά φορά και εχθρική) (ενίοτε και με την πρόθ. προς): (Διγ. Z 2919)· ε) (με το σύνδ. έως) τέρμα: απελθόντος αυτού και έως εις την Πάτραν (Σφρ., Χρον. 9815)· στ) απέναντι: αυτόν εις ήλιον στήσον έως ώρας η´ (Ορνεοσ. 54720). 2) Ενώπιον: να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν (Ιστ. πατρ. 16414). 3) Εναντίον (ενίοτε και με το επίρρ. απάνω): μη σύρει εις αύτον πλέον τινάς απάνω εις την ζωήν του (Χρον. Μορ. P 4062). 4) Χρόνος α) (γενικά): εισέ καιρό οπού πόλεμος αδυνατός εκίνα (Ερωτόκρ. Ε´ 156)· β) (διάρκεια): να ποίσει εις όσον ξημερώσει την δουλειάν του (Κυπρ. ερωτ. 782)· γ) επανάληψη (με τακτικό αριθμητ.): εκείνος να έλθει εις την τρίτην φοράν (Ασσίζ. 41926). 5) Αιτία: Περίσσια θλίψις στον σκληρόν, τυραννισμένον φόνον (Λίμπον. Αφ. 15). 6) Ποιητικό αίτιο: τό έπαθα εις εσάς ποτέ ουκ ελησμονώ το (Διγ. Esc. 157). 7) Προσέγγιση: να σμίξει εισέ πόλεμον (Χρον. σουλτ. 14418). 8) Σκοπός: τα φυλάττω και κρατώ σ’ ασφάλειαν της αγάπης (Χρον. Μορ. H 8744). 9) Συμφωνία: τότε θέλειν γίνειν η αγάπη εις την όρεξίν σου (Μαχ. 2102). 10) Αναφορά: άλλη ουκ ήτον ωσάν αυτήν εις ευγενείαν και κάλλος (Ιμπ. 38). 11) Κατάσταση: έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειον βαρυτάτην (Χρον. Μορ. H 7216). 12) Όριο: λαβώνει τον εις τον θάνατον (Ασσίζ. 4578). 13) Καταμερισμός: εις εκατόν εκόπτετον ο νους μου (Λίβ. (Lamb.) N 472). 14) Για σχηματ. κατηγ.: τους μέλλοντας ψηφισθήναι εις επισκόπους (Διάτ. Κυπρ. 5124). 15) Για σχηματ. σε θέση αντικ. ή δοτ. προσωπικής ή μη (ενίοτε και με επίθ.): ορέχθηκεν εις αύτον (Λίβ. N 2569· Λίβ. Esc. 1291), (Ερωτόκρ. Α´ 2141). 16) Αντικατάσταση (με επόμ. την πρόθ. διά): Αν λάχει ότι είς άνθρωπος αμαχεύσει το άλογον του ετέρου ανθρώπου εις διά πέρπυρα κ´ (Ασσίζ. 5424). 17) Ποσότητα ή αξία: εις εξήκοντα χιλιάδας επουλήθηκεν ο λίθος (Πτωχολ. α 311). 18) Μέσο, όργανο: μην πλανεθείτε σε φλωριά (Περί γέρ. 180)· (με την πρόθ. διά): να πουληθεί εις διά χειρός … Σαρακηνού (Ασσίζ. 15026). 19) Τρόπος: επάρετέ τον εις το καλόν (Μαχ. 59621). 20) Δικαιοδοσία: έχει σε εις θέλημάν του (Χρον. Μορ. H 4123). 21) (Προκ. για κυριαρχία, υπεροχή): Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας (Διγ. Z 2769). 22) Προσθήκη (με το επίρρ. επάνω): επαφήνω πέρπυρα ρ´ … επάνω εις όλα μου τα καλά (Ασσίζ. 1437). 23) Όρκος (ενίοτε με το επίρρ. απάνω): να μαρτυρήσουν απάνω εις την ψυχήν τους με όρκον (Ασσίζ. 8116). Εκφρ. 1) Εις (τους) αιώνας, βλ. αιών Εκφρ. 1. 2) Εις άκρον, εις άκρος, βλ. άκρον Εκφρ. 1. 3) Εις αλήθεια(ν), σ’ αλήθειαν, βλ. αλήθεια 1 εκφρ. 4) Σ’ αληθ(ει)οσύνη, βλ. αληθοσύνη 1. 5) Eις άριστον, βλ. άριστος. 6) Εις βάρος = με κακή διάθεση: (Χρον. Μορ. H 8732). 7) Εις το γοργόν = γρήγορα: (Πουλολ. 37). 8) Εις (τ’) έν(α) = μαζί, ομού: (Φαλιέρ., Ιστ. 370). 9) Επάνω εις εκατόν = εκατό τοις εκατό: (Λίβ. P 735). 10) Εις επήκοον (κάπ.) = μπροστά (σε κάπ.): (Διήγ. παιδ. 113). 11) Εις το καθόλου = εντελώς: (Γεωργηλ., Βελ. Λ 181). 12) Εις καιρούς = κάποτε: (Σπαν. Va 122). 13) Εις κενόν = μάταια: (Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 249). 14) Εις κοντολογίαν = με λίγα λόγια, κοντολογίς: (Χριστ. διδασκ. 53). 15) Εις κοντόν = σύντομα (χρον.): (Κυπρ. ερωτ. 10822). 16) Εις κόρον = με υπερβολή: (Προδρ. IV 395). 17) Εις κρίμαν = αμαρτωλά: (Μαχ. 46436). 18) Εις το μέγα = υπερβολικά: (Προδρ. IV 61). 19) Εις μέρος μεν …, εις άλλο δε = από το ένα μέρος …, από το άλλο: (Διγ. Z 975). 20) Εις μεσοθιό, βλ. εισμεσοθιό. 21) Εις μίαν, βλ. εισμίαν. 22) Εις μίαν καρδιάν = με ένα αίσθημα: (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451). 23) Εισέ ροπήν του οφθαλμού = αμέσως, αυτοστιγμεί: (Γαδ. διήγ. 392). 24) Εις το ολιγότερον = τουλάχιστο: (Ασσίζ. 1398). 25) Εις πλάτος = σε μεγάλη έκταση: (Ιστ. πατρ. 1459). 26) Εις πλήθος = σε μεγάλο βαθμό: (Πτωχολ. α 102). 27) Εις πληροφορίαν = από πληροφορία: (Χρον. Μορ. H 3953). 28) Εις πλησμονήν = πλουσιοπάροχα: (Ψευδο-Σφρ. 1742). 29) Εις (το) πρόσωπον = κατά πρόσωπο: (Φλώρ. 1547). 30) Εις σφόδρα = σε μεγάλο βαθμό: (Χρον. Μορ. H 1810). 31) Εις τέλος = τελικά: (Βίος Αλ. 1061). 32) Εις υπερβολήν = πάρα πολύ: (Χειλά, Χρον. 352). 33) Χρόνο εις χρόνο = κάθε χρόνο: (Πεντ. Δευτ. XV 20). 34) Εις ώδε = εδώ: (Διγ. Z 771). 35) Εις (την) ώρα = πολύ σύντομα: (Ευγέν. 1032). [αρχ. πρόθ. εις. Ο τ. σε και η συνεκφ. στον, στην, κλπ. και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]
Λεξικό Κριαρά

εις
και εισέ και σε και σ(') προ φωνήεντος ή τών πλαγίων πτώσεων του άρθρου (AM εἰς και ές)
πρόθ. που δηλώνει: 1. μέσα («..χύνονται στη θάλασσα», «οἵ τ' εἰς ἅλαδε προρρέουσιν»)
2. κίνηση προς, σε τόπο («πήγες εις το Μεσολόγγι», «εἰσέβαλε... ἐς Μίλητον»)
3. διεύθυνση («τον οδηγούσαν στον Αγαμέμνονα», «εἰς Ἀγαμέμνονα δῑον ἄγον», «ήρθα σε σάς», «εἰς ὑμᾱς εἰσῆλθον»)
4. στάση σε τόπο μετά από κίνηση («εκάθισε εις τον θρόνον», «ἐς θρόνους ἕζοντο»)
5. τερματισμό μιας καταστάσεως και είσοδο σε άλλη («έπεσε σε βαθύ ύπνο», «ὡς ἄν εἰς ὕπνον πέσῃ»)
6. στάση σε τόπο («μένει στο εξωτερικό», «εἰς Ἐκβάτανα ἀποθανεῑν)
7. τοπική έκταση («εἰς πᾱσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου»)
8. ενώπιον («ενεφανίσθη εις το δικαστήριον», «εἰπέ τε ἐς πάντας τάδε»)
9. τοπικό όριο
έως, μέχρι («ἐκ πάτου ἐς σκοπιήν»)
10. με αριθμητικό δηλώνει διανομή ή διαίρεση («ἐσχίσθη εἰς δύο», «προσάγει σκῆπτρον Βενιαμὶν εἰς φυλάς»)
11. αξία («δύο στο χιλιάρικο», «ἔλαβε εἰς τὰ δύο λεπτά θερμία»)
12. αναφορά, σχέση με κάτι ή ως προς κάτι «άτυχος στον γάμο», «μακάριος πέφυκ' ἀνὴρ πλὴν ἐς θυγατέρας», «λέγω ἐς ἑαυτόν»)
13. εχθρική ή φιλική σχέση («άδικος σε μένα», «τὸν ἐξαμαρτόντ' ἐς θεούς», «φιλία ἐς ἀμφοτέρους»)
14. διάκριση ως προς κάτι («πρώτος στ' άρματα», «πρῶτος ἐς εὐψυχίαν»)
15. τρόπο («θα πληρώσεις εις χρήμα, εις είδος», «εἰς μὲν οὖν χρήματα ὁ μὴ θέλων γαμεῑν ταῡτα ζημιούσθω»)
16. μεταβολή από μια κατάσταση σε άλλη («μεταμορφώθηκε σε διάβολο», «εις άγγελον φωτός μετασχηματίζεται», «ἤν μέντοι ἐκτρέφειν ἐᾷς τὴν γῆν διὰ τέλους τὸ σπέρμα εἰς καρπόν»)
17. με το ειμί, γίγνομαι κ.λπ. για σχηματισμό κατηγορουμένου
(«προάγεται εις στρατηγόν», «προχειρίζεται εἰς ἐπίσκοπον», «καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν)
18. σκοπό («προσάγω εις απόδειξιν...», «εις επίρρωσιν τούτων», «εἰπεῖν εἰς ἀγαθόν»)
19. (με τα επίθετα ικανός, επιτήδειος, ευπρεπής κ.λπ.) σε κάτι («ικανός στα αγωνίσματα», «ανθεκτικός στη θερμότητα», «ἐς τοῦτο ἐπιτηδεώτατος»)
20. σε ποιόν δίδεται ή χορηγείται κάτι («ἐλεημοσύνας ποιήσω εἰς τὸ ἔθνος μου»)
21. όρκους ή ευχές («εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῡ»)
μσν.- νεοελλ.
1. εναντίον («επετέθη στους εχθρούς», «μόνοι κατετολμήσατε ἐλθεῑν εἰς μυριάδας»)
2. διάρκεια («πάγεις εις την κόλασιν εις όσα και αν ζήσεις», «νὰ ζῇ εἰς χρόνους ἀμετρήτους», «εἰς ἔτη πολλά»)
3. αιτία («εις του κυρού την απονιά πολλά παραπονάται»)
4. κατάσταση («βρίσκεται σε μεγάλη κρίση»
«εἶσαι εἰς τοῦ ὅρκου τὴν στοργήν»)
5. αντικατάσταση («άλλαξα τις δραχμές σε λίρες»)
6. μέσο, όργανο («παρηγοράτ' η Αρετή εις τα τση μίλει η Νένα»)
7. χώρος στον οποίο εκτείνεται κυριαρχία ή υπεροχή («να εξουσιάζει σε γη και ουρανό»)
μσν.
1. ποιητικό αίτιο («τὸ ἔπαθα εἰς ἐσᾱς»)
2. συμφωνία, σύμφωνα με («θέλει γίνειν ἡ ἀγάπη εἰς τὴν ὄρεξίν σου)
3. προσθήκη (μαζί με το «επάνω»)
αρχ.
1. χρονικό σημείο ή περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι («εἰς μὲν τὴν ὑστεραίαν οὐχ ἧκεν)
2. χρονικό όριο («εἰς ἠέλιον καταδύντα» — ώς το ηλιοβασίλεμα)
3. μέτρο ή όριο χωρίς αναφορά σε τόπο ή χρόνο
έως, μέχρι («ἐς δραχμὴν Ἀττικήν ἑκάστῳ... διέδωκε» — ανά μία δραχμή)
5. (ως επίρρ.) φρ.
α) «ἐς τὸ πᾱν» — πάντως
β) «ἐς κοινόν» — κοινώς
γ) «ἐς τάχος» — ταχέως
δ) «εἰς τὸ πρᾱγμα εἰμί» — συντελώ σε μια υπόθεση
ε) «ἐς αὐτίκα μάλα» — αμέσως
στ) «εἰς ὅτε» — μέχρις ότου
ζ) «εἰς ὁπότε» — μέχρι ποιό χρόνο ακριβώς
η) «εἰς τί» — πότε
θ) «ἐς ὅ» — μέχρις ότου
ι) «ἐς οὗ» — μέχρις ότου
ια) «ἐς τόδε» — ώς τώρα
ιβ) «ἐς τὰ μάλιστα» — στον μέγιστο βαθμό
ιγ) «ἐς πλῆθος» — πολλοί
ιδ) «εἰς ἅλις» — αρκετά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Τα εις (< ενς) προ φωνήεντος και ες (< ενς) προ συμφώνου είναι νεώτεροι σχηματισμοί της Ελληνικής, εν αντιθέσει προς τα εν και (επικ.) ενι που είναι αρχικοί τύποι (< IEen). Και οι δυο τ. εις και ες απαντούν στον Όμηρο και στους Ίωνες και τραγικούς ποιητές, το ες στις ιωνικές επιγραφές, στον Ηρόδοτο και στον Θουκυδίδη, ενώ το εις στις αττικές επιγραφές από τον 4ο αι. Ο αρχικός τ. ενς μαρτυρείται στο Άργος και στην Κρήτη. Ενώ το εν συνάπτεται τόσο με δοτική τοπική όσο και με αιτιατική, το εις συντάσσεται αποκλειστικά με αιτιατική και από την Κοινή βαθμιαία αντικαθιστά στη χρήση το εν. Στην Κοινή Νέα Ελληνική έχει υποχωρήσει και υποκατασταθεί από το σε. Στη σύνθεση ως α' συνθετικό είναι λιγότερο εύχρηστο από το εν στην Αρχαία, αλλ' εν τούτοις απαντά σε αρκετά μεγάλο αριθμό συνθέτων
πρβλ. εισάγω, εισακούω, εισβάλλω, εισδύω κ.ά.
αρχ.
εισαγγέλλω, εισαείρομαι, εισαίρω, εισακοντίζω, εισαλείφω, εισαναγκάζω, είσειμι, εισελαύνω κ.ά.].
(II)
εἷς, μία, ἕv (AM)
ένας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ένας].
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας

ες
βλ. εις πρόθ.
Πάπυρος – Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας
« Last Edit: 05 May, 2020, 14:29:32 by wings »


 

Search Tools