accrual -> δεδουλευμένο, δεδουλευμένα, πρόσοδοι εκ δεδουλευμένων, λογιστική μεταφορά, συσσώρευση


  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 71978
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
accrual -> δεδουλευμένο, δεδουλευμένα

An increase; something that accumulates, especially an amount of money that periodically accumulates for a specific purpose
(accounting) from the creditor's viewpoint, a charge incurred in one accounting period that has not been paid by the end of it.
« Last Edit: 10 May, 2020, 21:46:13 by spiros »
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


Search Tools