filler -> γέμιση, γέμισμα, γεμιστής, γεμίστρια, γυψομάρμαρο, δοχείο πλήρωσης, ειδησούλα, εμβόλιμο, εμβόλιμος τύπος, ενδιάμεσο τηλεοπτικό προγραμματάκι, θερμαστής, καλάι, κασσιτερόβεργα, λεκτικό στοιχείο πλήρωσης, λέξη πλήρωσης, μετζεσόλα, οπή πλήρωσης, παιπάλη, παραγέμισμα, πληρωτικό υλικό, σέσουλα, στοιχείο πλήρωσης, στόκος, συνομιλιακή προσθήκη, σωλήνας πλήρωσης, υλικό γεμίσματος κενών, υλικό πλήρωσης, χαρακτήρας πλήρωσης, χαρακτήρας συμπλήρωσης, ανθρακωρύχος, βάτα

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 69239
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
filler -> γέμιση, γέμισμα, γεμιστής, γεμίστρια, γυψομάρμαρο, δοχείο πλήρωσης, ειδησούλα, εμβόλιμο, εμβόλιμος τύπος, ενδιάμεσο τηλεοπτικό προγραμματάκι, θερμαστής, καλάι, κασσιτερόβεργα, λεκτικό στοιχείο πλήρωσης, λέξη πλήρωσης, μετζεσόλα, οπή πλήρωσης, παιπάλη, παραγέμισμα, πληρωτικό υλικό, σέσουλα, στοιχείο πλήρωσης, στόκος, συνομιλιακή προσθήκη, σωλήνας πλήρωσης, υλικό γεμίσματος κενών, υλικό πλήρωσης, χαρακτήρας πλήρωσης, χαρακτήρας συμπλήρωσης, ανθρακωρύχος, βάτα, αλευρώδης ορυκτή σκόνη για τη σκλήρυνση της ασφάλτου, πρόσθετη ουδέτερη ουσία για βελτίωση μηχανικών ιδιοτήτων, πρόσθετη ουδέτερη ουσία για αύξηση όγκου πλαστικών

Filler (animal food), dietary fiber and other ingredients added to pet foods to provide bulk
Filler (materials), particles added to a matrix material, usually to improve its properties
Filler (packaging), a machine designed to fill packaging, usually occurs in food packaging
Filler metal, metal added in the making of a joint through welding, brazing, or soldering
Grain filler, a product that is used to achieve a smooth-textured wood finish
Injectable filler, a soft tissue filler injected into the skin to help fill in facial wrinkles
Star filler, a plastic insert in computer cables which separates wires
https://en.wikipedia.org/wiki/Filler

One who fills.
Something added to fill a space or add weight or size.
Any semisolid substance used to fill gaps, cracks or pores.
A relatively inert ingredient added to modify physical characteristics.
A short article in a newspaper or magazine.
A short piece of music or an announcement between radio or TV programmes.
Any spoken sound or word used to fill gaps in speech; filled pause.
Cut tobacco used to make up the body of a cigar.
(computing) In COBOL, the description of an unnamed part of a record that contains no data relevant to a given context (normally capitalised when in a data division).
(horticulture) A plant that lacks a distinctive shape and can fill inconvenient spaces around other plants in pots or gardens.
(forestry, usually in the plural) Any standing tree or standard higher than the surrounding coppice in the form of forest known as "coppice under standards".
https://en.wiktionary.org/wiki/filler
« Last Edit: 10 May, 2020, 23:34:28 by spiros »


 

Search Tools