friable -> εύθρυπτος, εύθρυπτη, εύθρυπτο, ψαθυρός, ψαθυρή, ψαθυρό, ευκολότριφτος, ευκολότριφτη, ευκολότριφτο, εύκολα θρυμματιζόμενος, εύκολα θρυμματιζόμενη, εύκολα θρυμματιζόμενο, που θρυμματίζεται εύκολα

 

Search Tools