tease -> αγριεύω, αγριεύω επιφάνεια υφάσματος με βούρτσισμα, αναβουρτσίζω, ανάβω, αποξαίνω, αστεΐζομαι, βάζω σε πειρασμό, βασανίζω, γναφεύω, δείχνω απόσπασμα, διεγείρω πόθο, δίνω μια πρόγευση, δουλεύω, ενοχλώ, ερεθίζω, κογιονάρω, κοροϊδεύω, κρεπάρω, λαναρίζω, ξαίνω, ξεφτίζω, παίρνω στο ψιλό, παρενοχλώ, πειράζω, περιπαίζω, πιλατεύω, προκαλώ, σκανδαλίζω, σκώπτω, στενοχωρώ, τυραννάω, τυραννώ, φέρομαι χλευαστικά, χτενίζω, φτιάχνω, κρεπάρω, ζιζάνιο, ξεμυαλίστρα, πειρασμός, πείραγμα, πειραχτήρι, πειρακτήρι, πειρακτήριο, πειραχτήριο, πειρασμός, που του αρέσει να πειράζει τους άλλους


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 810381
    • Gender:Male
  • point d’amour
tease
To separate the fibres of a fibrous material.
To comb (originally with teasels) so that the fibres all lie in one direction.
To back-comb.
(transitive) To poke fun at.
(transitive) To provoke or disturb; to annoy.
(transitive) To manipulate or influence the behavior of, especially by repeated acts of irritation.
(transitive) To entice, tempt.
(transitive, informal) To show as forthcoming, in the manner of a teaser.
https://en.wiktionary.org/wiki/tease
« Last Edit: 13 May, 2020, 23:54:16 by spiros »



 

Search Tools