William Shakespeare - Sonnet 1

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812016
    • Gender:Male
  • point d’amour
Sonnet 1

From fairest creatures we desire increase,
That thereby beauty's rose might never die,
But as the riper should by time decease,
His tender heir might bear his memory:
But thou contracted to thine own bright eyes,
Feed'st thy light's flame with self-substantial fuel,
Making a famine where abundance lies,
Thy self thy foe, to thy sweet self too cruel:
Thou that art now the world's fresh ornament,
And only herald to the gaudy spring,
Within thine own bud buriest thy content,
And, tender churl, mak'st waste in niggarding:
Pity the world, or else this glutton be,
To eat the world's due, by the grave and thee.


Πανώρια πλάσματα ποθούμε να καρπίζουν,
ώστε ποτέ ο ανθός του Ωραίου να μη χαθεί
παρά, αφού με καιρό τα πιο ώριμα σαπίζουν,
η μνήμη του σ’ αβρόν του διάδοχο ν’ ανθεί.
Μα συ, των ίδιων σου λαμπρών ματιών λατρεία,
καις του εαυτού σου ουσία να συντηράς το φως σου,
και κάνεις να ’ναι πείνα εκεί που ’ν’ αφθονία,
ο ίδιος εχθρός σκληρός για τον γλυκόν εαυτό σου.
Συ που ’σαι τώρα κόσμημα του κόσμου νέο
και μόνο προάγγελος του Μάη του προφαντού,
θάβεις μες στο μπουμπούκι σου ό,τι έχεις ωραίο
και σαν τσιγκούνης νέος σωρεύεις του χαμού.
Σπλαχνίσου τη ζωή, αλλιώς σαν φάουσα άπληστη
τρως της ζωής το δίκιο, ο τάφος λέω και συ.


Μετάφραση: Βασίλης Ρώτας, Βούλα Δαμιανάκου


From fairest creatures we desire increase,
That thereby beauty's rose might never die,
But as the riper should by time decease,
His tender heir might bear his memory:
But thou contracted to thine own bright eyes,
Feed'st thy light's flame with self-substantial fuel,
Making a famine where abundance lies,
Thy self thy foe, to thy sweet self too cruel:
Thou that art now the world's fresh ornament,
And only herald to the gaudy spring,
Within thine own bud buriest thy content,
And, tender churl, mak'st waste in niggarding:
Pity the world, or else this glutton be,
To eat the world's due, by the grave and thee.


Μακάρι οι νιοι κι ωραίοι πιότεροι να ʼναι,
της ομορφιάς ο ανθός μη μαραθεί –
σαν φύγουνε μια μέρα οι που γερνάνε
στο ταίρι η θύμηση να μη χαθεί.
Μα μες στη φωτεινή σου τη ματιά,
τρώγεσʼ εσύ απʼ τη φλόγα του φωτός σου
κι όπου ήταν πλούτη, η φτώχεια μένει πια –
κακός σου οχτρός, ο ολόγλυκος εαυτός σου.
Εσύ, με την πιο ολόδροσην ειδή
του κόσμου, που άγγελος του θέρους είσαι,
θάβεσʼ εντός σου, αθώο μικρό παιδί
κι όσα κρατείς για σε, τόσα στερείσαι.
Δείξʼ οίχτο ή φάτον πια τον κόσμο αυτόνε:
ο τάφος να τον φάει κι εσύ, γραφτό ʼναι.


Μετάφραση: Παναγιώτης Πάκος


« Last Edit: 03 Jul, 2020, 18:25:53 by spiros »


 

Search Tools