infusion line loop

giannis34y

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 439
    • Gender:Male
Προβληματίζομαι λίγο αναφορικά με το loop. Δεν έχω και κάποια εικόνα.

The infusion line loop is only required for freedom of motion, not orientation.  Therefore, the loop must be created in the horizontal plane to reduce the risk of the  Infusion Line disengaging from the infusion cannula.

Τι θα προτείνατε;

Ξέχασα να πω ότι το κείμενο αναφέρεται σε οφθαλμολογικές επεμβάσεις.
« Last Edit: 08 Jul, 2020, 14:44:56 by giannis34y »




giannis34y

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 439
    • Gender:Male
Θα μπορούσαμε να πούμε αγκύλη;


giannis34y

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 439
    • Gender:Male
Σ'  ευχαριστώ, κατάλαβα. Ξέχασε την ερώτηση.



spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812016
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ο βρόχος δεν είναι και από τις πρώτες σημασίες της αγκύλης (εκτός αν πας στα αρχαία) και έχει και ανατομική σημασία, π.χ. αγκύλη του Henle.

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγκύλη η [angíli] Ο30 (συνήθ. πληθ.) : α.τυπογραφικό σημείο που περικλείει παρενθετικά τμήμα του λόγου ( [ ] ). || (μαθημ.) σύμβολο που χρησιμοποιείται σε αλγεβρικές παραστάσεις, όταν έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί οι παρενθέσεις, για αποφυγή παρερμηνείας. || (φιλολ.) σύμβολο που χρησιμοποιείται στο κριτικό υπόμνημα κριτικής έκδοσης κειμένου, για να παρατεθούν διαφορετικές γραφές των χειρογράφων και στο κείμενο της κριτικής έκδοσης, όταν προτείνεται διαγραφή. || σύμβολο που χρησιμοποιείται στην επιγραφική και στην παπυρολογία, για να δηλωθεί χάσμα του κειμένου. β. Γωνιώδεις αγκύλες, τυπογραφικό σημείο (< >). || (φιλολ.) σύμβολο που χρησιμοποιείται στο κείμενο κριτικής έκδοσης, για να δηλώσει προσθήκες φιλολόγων. [λόγ. < αρχ. ἀγκύλη `γαμψό εργαλείο, θηλιά΄ σημδ. γαλλ. crochet]
[Λεξικό Γεωργακά]
αγκύλη [aŋɟíli] η, punctuation bracket, esp square or angle bracket: μέσα σε αγκύλες (L εντός αγκυλών) in square brackets [fr AG ἀγκύλη]
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?dq=&sin=all&lq=%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B7

[θηλιά, είτε σε κρεμάλα είτε για παγίδευση μικρών ζώων]
βρόχος
[θηλιά από την οποία κρεμάμε κάτι]
θηλύκι: έραψα ένα θηλύκι στο παλτό μου
[θηλιά που κατασκευάζεται στην άκρη σκοινιού]
γάσα
αγκύλη
https://www.lexigram.gr/lex/enni/%CE%B2%CF%81%E1%BD%B9%CF%87%CE%BF%CF%82#Hist0

αγκύλη (η) {αγκυλών} 1. η καμπή (κλείδωση) τού αγκώνα ή τού γονάτου 2. αγκύλες (οι) διαφόρων σχημάτων γραμμικά σύμβολα, που λαμβάνονται κατά ζεύγη και χρησιμοποιούνται για τη δήλωση μαθηματικών, γλωσσολογικών κ.ά. εννοιών: τετράγωνες ~ [ ] | γωνιώδεις ~ ο | καμπύλες ~ ) ) | αγκιστροειδείς ~ { } 3. ΝΑΥΤ. θηλιά στην άκρη σχοινιού ή συρματόσχοινου για την πρόσδεση σε ορισμένο σημείο τού πλοίου ή σε άλλο σχοινί ή συρματόσχοινο. ΣΧΟΛΙΟ λ. -γκ-.
[ΕΤΥΜ. αρχ. θηλ. τού επιθ. αγκύλος «γαμψός»].
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γεωργίου Μπαμπινιώτη
« Last Edit: 08 Jul, 2020, 14:50:28 by spiros »


giannis34y

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 439
    • Gender:Male
Είχα λίγο στο μυαλό μου και την αρχαία σημασία. Αν θυμάσαι εχτές είχα αναφέρει και τον αποφράκτη (άσχετα αν τελικά ο όρος δεν ήταν κατάλληλος για το συγκεκριμένο κείμενο). Όπως και να έχει, κατάλαβα το σκεπτικό σου.


 

Search Tools