flaw -> ελάττωμα, ατέλεια, ψεγάδι, κουσούρι, μειονέκτημα, αρνητικό, αφανές ελάττωμα, κρυφό ελάττωμα, παραθυράκι, μπάζει από κάπου, ράγισμα, ρωγμή, αδυναμία, ασθενές σημείο, νομικό ελάττωμα, ξαφνική ριπή ανέμου, σύντομη καταιγίδα, αιφνίδια αναταραχή, αμαυρώνω, προσδίδω ελαττωματικότητα, αμαυρώνομαι, καθίσταμαι ελαττωματικός, σπάω, ραγίζω

 

Search Tools