finagle -> αποκτώ με απάτη, αποκτώ με δόλιο τρόπο, αποκτώ με δόλο, αρπάζω, δεν ακολουθώ στο χρώμα, εξαπατάω, εξαπατώ, εξαπατώ και παίρνω, υφαρπάζω, καβατζώνω, καβατζάρω, κάνω μαμουνιές, κάνω πονηριές, καπαρώνω, καταφέρνω, καταφέρνω με απάτη, κομπινάρω, κάνω κομπίνα, λουφάρω, μαδώ, παίρνω με δόλο, σουφρώνω, την κοπανάω, κάνω μπαγαμποντιά, κάνω μπαγαποντιά, κάνω πονηριά, κάνω λοβιτούρα

mlsnag

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 7
Καλησπέρα,

Προσπαθεί με δυσκολία να ξεκολλήσει ένα αυτοκόλλητο:
- My biggest issue with these is always that they're like die-cut so it takes a little finagling.
Για ρούχα:
- Taken history, finagled a little bit of modern and then come out with like a nice cohesive design.

- When drawing wavy hair, you can kind of finagle it for a while and like you just use those...

Προσπαθώ να σκεφτώ λέξεις που να ταιριάζουν, διαβάζοντας και τι σημαίνει η λέξη, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που να μου κάθεται σωστά.
« Last Edit: 04 Sep, 2020, 09:56:29 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812575
    • Gender:Male
  • point d’amour
Για την πρώτη περίπτωση ίσως θέλει τρόπο όχι κόπο, έχει λίγο παίδεμα, θέλει λίγο μυαλό, θέλει να βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει
Για τη δεύτερη, ψιλοαντιγράφω, βάζω μερικά μοντέρνα στοιχεία
Για την τρίτη τα συμφραζόμενα δεν επαρκούν

αποκτώ με απάτη, αποκτώ με δόλιο τρόπο, αποκτώ με δόλο, αρπάζω, δεν ακολουθώ στο χρώμα, εξαπατάω, εξαπατώ, εξαπατώ και παίρνω, καβατζώνω, καβατζάρω, κάνω μαμουνιές, κάνω πονηριές, καπαρώνω, καταφέρνω, καταφέρνω με απάτη, κομπινάρω, κάνω κομπίνα, λουφάρω, μαδώ, παίρνω με δόλο, σουφρώνω, την κοπανάω

(transitive) To obtain, arrange, or achieve by indirect, complicated and/or intensive efforts.
finagle a day off work
(transitive) To obtain, arrange, or achieve by deceitful methods, by trickery.
finagled his way out of a ticket by pretending to be on the way to a funeral, distraught
(transitive, intransitive) To cheat or swindle; to use crafty, deceitful methods. (often with "out of" preceding the object)
...shady stockbrokers who finagle their clients out of fortunes.
https://en.wiktionary.org/wiki/finagle
« Last Edit: 04 Sep, 2020, 09:46:06 by spiros »




 

Search Tools