swishy -> συριστικός, που θροΐζει, θροΐζοντας, εντυπωσιακός, κυριλέ, κυριλάτος, θηλυπρεπής, αδελφίστικος

mlsnag

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 7
swish-y, swoosh-y

Τις έχω συναντήσει να περιγράφουν γραμμές σε σχέδιο, σχήμα, μαλλιά, χέρια, ρούχα.
Υπάρχει κάποια λέξη ως απόδοση, μιας και είναι ηχομιμητικές;
Η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι το αέρινο, αλλά δεν ξέρω καν αν είναι σωστή.

(Αν δεν έχουν καμιά σχέση οι λέξεις μεταξύ τους, συγγνώμη που τις έβαλα μαζί.)

Ευχαριστώ.
« Last Edit: 04 Sep, 2020, 12:04:25 by spiros »


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812573
    • Gender:Male
  • point d’amour
Ίσως σε αδρές γραμμές και εδώ.

swishy
Producing a swishing sound.
a long, swishy dress
(Britain) Swish; fancy, posh, impressive.
(informal, of a man) Effeminate; gay
https://en.wiktionary.org/wiki/swishy


swooshy -> αεράτος, αδρός, θροΐζοντας
« Last Edit: 04 Sep, 2020, 12:04:14 by spiros »



mlsnag

  • Semi-Newbie
  • *
    • Posts: 7
Ίσως σε αδρές γραμμές και εδώ.
Αδρές όπως γενικές γραμμές; Ακαθόριστες;
Το είχα στο μυαλό μου σαν να περιέχει μια αέρινη/ρέουσα κίνηση.

- Liked the way the hair was like swishing.

Ευχαριστώ για τις απαντήσεις.


spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 812573
    • Gender:Male
  • point d’amour
αδρός, -ή (& L -ά), -ό [a∂rós] ① full-grown, filled (out), full, ripe, mature (syn αδρύς 1, γεμάτος, εύχυμος, μεστός, μεστωμένος, ώριμος, ant αμέστωτος): αδροί καρποί | αδρά στάχυα | αδρό σιτάρι (syn χοντρόσπυρο σιτάρι) | αδρό κορμί | ~ άντρας | αδρή μορφή (προσωπικότητα) | αδρό μουστάκι | η γη φουσκώνει αδρή και σβωλιασμένη (KPolitis) στην ωριμότητα όλα γίνονται πιο γεμάτα, πιο αδρά, πιο σίγουρα (Papanoutsos) | poem Ó· σαλωνίτισσα κ' η ελιά πιο αδρή, πιο φουντωμένη (Palam) | γιατί πλατάνια ... υψωνόντανε | μ' αδρό, γαλήνιο σώμα (Sikel) | το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό | κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι αγάλι (Seferis) ⓐ in full measure, matured: η αδρή παραστατικότητα του αγάλματος | ~ λόγος | αδρά επιχειρήματα | αδρή και λαγαρή κριτική | αδρές και υψηλές ιδέες | αδρό ύφος | ~, σφιχτός στίχος είχε μπροστά του το ακατέργαστο μεν, αλλά ζωντανό και αδρότατον όργανο του λαού, τη δημοτική μας γλώσσα (Melas) | έδωσε, δουλεύοντας μιαν αδρή δημοτική, διηγήματα και μυθιστορήματα (Dimaras) | poem φέρανε γητειάς αχό στ' αδρά μου, αβρά τραγούδια (Melachrinos) | και μένει επίσημος, ~ ο αριστοκράτης στίχος (Malakasis) | ακόμα μας μεθά η αδρή σου Mούσα (TBarlas) ② very large, abundant, plentiful, generous, lavish (syn γενναίος, πλούσιος, L παχυλός): αδρά αμοιβή very high compensation | ~ μισθός | poem η αδρότατη χάρη σου | στη στενή πώς εχώρεσε αυλή σου (Skipis) | κ' ελησμόνησα αλήθεια ως αχάριστος τις παλιές σου κι αδρές καλοσύνες (id.) ③ sizeable, strong, rugged, coarse (syn αδροκαμωμένος, γεμάτος, εύσωμος L, μεγάλος, χοντρός): αδρά χαρακτηριστικά large or rugged features | αδρή φυσιογνωμία, αδρή σάρκα, αδρό μέτωπο, αδρό χέρι | γεροδεμένο παιδί με αδρό πρόσωπο | παραστάσεις ζώων αδράς ανατολικής τεχνοτροπίας (Sotiriou) | η αδρή προσωπογραφία του πατριάχη Iωακείμ του Γ΄ (Melas) ⓑ fig unembellished, rough, coarse: αδρή κωμωδία | αδρή αλήθεια | ήξερε να συνδυάζη ... το αδρό με το χαριτωμένο (Karantonis) | μερικές χοντροκομμένες και αδρές ηθικές υποδείξεις και αποτιμήσεις (Papanoutsos) ⓒ rough-textured (syn άγριος, αδρύς 2b, τραχύς): αδρό πανί (syn άγριο ύφασμα) ④ not made in detail, roughly drawn, general or generalizing: χαράζω, δίνω, περιγράφω or αναφέρω κάτι με αδρές γραμμές I give etc roughly, in general lines, in rough outline | αδροί χαρακτηρισμοί | αυτά είναι σε πολύ αδρές γραμμές τα ανησυχητικά ... ερωτήματα (Papanoutsos) | το σχήμα τούτο ισχύει κατά τις αδρές γραμμές του (id.) | (δίνω) με συντομία μιαν αδρή εικόνα του θέματος (id.) | με λίγες αδρές πινελιές ζωγραφίζει ... τη ζωή του (Delmouzos) | είχεν εργασθή τις αδρές λεπτομέρειες ... της μορφής (Melas) | αδρή, αλλά έντεχνη η απόδοση του αλόγου (Karouzou) ⑤ sharp, acid, harsh in taste or scent, strong (syn αδρύς 3, δριμύς): αδρό κρασί (ξίδι, γλυκάδι) | poem ρετσίνι αδρό ευωδάν τα κυπαρίσσια (Sikel) | ήπια στερνός το αδρό πιοτό σου (id.) | πώς με των φύλλων με κεντούν της συλλογής | τ' αδρά βελόνια! (KKontos) (fr MG αδρός ←K, AG
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CE%B1%CE%B4%CF%81%CF%8C%CF%82&dq=



 

Search Tools